Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Αντιαιρετικά: Εκκλησία κι Αγία Γραφή (α΄)


Η Εκκλησία γέννησε την Αγία Γραφή. Αυτή είναι το περιέχον. Αυτή εγγυάται για τη θεοπνευστία της Γραφής. Αυτή κατοχυρώνει το κύρος της και εγγυάται τη γνησιότητά της. Πολλές φορές ρωτούμε τους διάφορους  αιρετικούς, όταν προβάλλουν την Αγία Γραφή,  που τη βρήκαν. Υπόψιν ότι όλοι οι αιρετικοί παρουσιάσθηκαν πολλού αιώνες αργότερα από τότε που γράφτηκαν τα βιβλία της Αγίας Γραφής, και τους ζητούμε να μας εξηγήσουν ποιος στα χρόνια αυτά διαφύλαξε την Αγία Γραφή για να μπορούν  αυτοί να τη χρησιμοποιούν σήμερα. Ποιος τους εγγυάται ότι το βιβλίο αυτό που κρατούν στα χέρια τους είναι πραγματικά η Αγία Γραφή, ο λόγος του Θεού, και όχι κάποιο άλλο βιβλίο, γιατί βέβαια ο ισχυρισμός ότι έτσι γράφει απ’ έξω, δεν αντέχει σε καμία συζήτηση. Ακόμη περισσότερο επειδή υπάρχουν και ψευδεπίγραφα βιβλία, λ. χ. Υπάρχει “το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον”, αλλά εί ναι ψεύτικο, τους ζητούμε να μας εξηγήσουν ποιος τους διαβεβαιώνει ότι το αληθινό είναι αυτό που περιέχεται στην Αγία Γραφή και όχι το άλλο. Σε αυτά μας τα ερωτήματα κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν η δεν απαντούν, γιατί η απάντηση είναι βέβαια συντριπτική και αποστομωτική για τις απόψεις τους.
  γ.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ἡ ἐξομολόγηση κατά τόν Γέροντα Ἰάκωβο Τσαλίκη


...Ἦταν λοιπὸν στὴν ἐξομολόγηση πολὺ ἐπιεικὴς χωρὶς ὅμως καὶ νὰ παραβαίνει τοὺς Κανόνες. Ἔλεγε: «Ἂν σὲ μία κοπέλα ποὺ ἔκανε, ἂς ποῦμε, ἔκτρωση καὶ μόλις ἐξομολογηθεῖ τὴν ἁμαρτία της ἐγὼ ὡς πνευματικὸς τῆς πῶ ὅτι εἶναι φόνισσα, ὅτι δολοφόνησε τὸ παιδί της καὶ ὅτι ἑφτὰ χρόνια δὲ θὰ κοινωνήσει καὶ κατόπιν τὴ βγάλω ἀπὸ τὸ ἐξομολογητήριο, τί συνέπειες θὰ ἔχουν ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴν ψυχή της; Ἐνῶ ἂν τῆς μιλήσω μὲ ἀγάπη καὶ στοργή, λέγοντάς της «Παιδί μου, δὲν εἶναι σωστὸ αὐτὸ ποὺ ἔκανες, εἶναι ἁμαρτία» καὶ δὲν τῆς βάλω ἀμέσως κανόνα, ἀλλὰ τὴ συμβουλέψω καὶ τὴν ξαναδῶ σὲ δεκαπέντε ἡμέρες ἢ ἕνα μήνα σιγὰ σιγὰ θὰ τακτοποιηθεῖ ἡ ψυχή της. Ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ φεύγει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία πληγωμένος ἀλλὰ θεραπευμένος. Ἐγώ, πάτερ μου, δὲ μισῶ τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία».

Ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς κανόνες ποὺ ἔβαζε. Τὸ πόσο συνέπασχε μὲ τοὺς ἐξομολογούμενους ἀδελφοὺς φαίνεται ἀπὸ τοὺς παρακάτω λόγους του.

«Ἐγώ, πάτερ μου, συμπάσχω μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐξομολογεῖται. Πονάω μαζί του. Πονάω καὶ κλαίω γιὰ τὸν ἐξομολογούμενο. Παρακάλεσα τὸν Ἅγιο Δαβὶδ μετὰ τὴν ἐξομολόγηση νὰ ξεχνάω ὅσα δὲ χρειάζονται καὶ νὰ θυμᾶμαι αὐτὰ ποὺ πρέπει γιὰ νὰ προσεύχομαι. Γιατί κάνω προσευχὴ γιὰ τοὺς ἐξομολογούμενους. Καὶ ἀνησυχῶ καὶ τοὺς περιμένω νὰ ξανάρθουν».

Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν ἐξομολογῶ, πάτερ μου, τοὺς Χριστιανοὺς καὶ δὲ βλέπω μετάνοια σὲ ὁρισμένους ἀπὸ αὐτοὺς δὲ διαβάζω συγχωρητικὴ εὐχὴ γιατί δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ἐφ' ὅσον λείπει ἡ μετάνοια».

Ὁ Γέροντας, λοιπόν, ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸ «ἔσωθεν τοῦ ποτηριοῦ». Ὅταν καμιὰ φορὰ χωρὶς ἐσωτερικὴ διάθεση ὑπακοῆς τοῦ λέγαμε ἕνα τυπικὸ «Νάναι εὐλογημένο», ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Πάτερ μου, θὰ κάνεις ὑπακοὴ ἢ ἔτσι ἁπλῶς λὲς «νάναι εὐλογημένο» χωρὶς νὰ τὸ πιστεύεις;».

Γιὰ τὸ θέμα τῆς προσευχῆς ὅταν καμιὰ φορὰ τοῦ ζητούσαμε νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὴν «Εὐχή» μᾶς ἔλεγε: «Πάτερ μου, ἐγὼ δὲν ξέρω. Ἐγὼ σαράντα χρόνια δὲν ἔκανα ποτὲ «Εὐχή». Ὅμως ἐμεῖς...

πάντοτε καὶ στὸ ναὸ καὶ στὸ κελλί του καὶ ὅπου τὸν βλέπαμε ἀκούγαμε τὴν «Εὐχή» ἀδιάλειπτη στὸ στόμα του. Καθαρὴ καὶ κατανυκτική. «Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με». Δὲν συμβούλευε μὲ τὰ λόγια ἀλλὰ μὲ τὴν πράξη.

Ὅταν μπαίναμε στὸ κελλί του σχεδὸν πάντα τὸν βλέπαμε μὲ τὸ πετραχήλι προσευχόμενο ἢ μὲ τὸ κομποσχοίνι ἢ κάνοντας Παράκληση. Μᾶς ἀπαντοῦσε σὲ ὅ,τι τὸν ρωτούσαμε μὲ δυὸ λόγια καὶ ἂν ἐπιμέναμε νὰ παραμένουμε στὸ κελλί του περισσότερο, ἔλεγε: «Νά, κάθομαι, παιδί μου, ἐδῶ καὶ ξεκουράζομαι». Ποτὲ δὲ μᾶς ἔλεγε ὅτι προσεύχεται. Μόλις βγαίναμε συνέχιζε τὴν προσευχή του. Ὅλα τὰ ἔκανε ἐν κρύπτῳ. Πάντα ἔλεγε: «τίποτα δὲν κάνω».

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

π. Χαρ. (Λίβυος) Παπαδόπουλος: Ευχαριστώ Θεέ μου που δεν με άκουσες

Ο π. Χαράλαμπος (Λίβυος) Παπαδόπουλος μίλησε με θέμα: Ευχαριστώ Θεέ μου που δεν με άκουσες. Οι αυτοκαταστροφικές επιθυμίες του ανθρώπου και η σοφία της “σιωπής” του Θεού. 
 
Μίλησε για την βαθιά έλειψη του ανθρώπου  και την απουσία του άλλου  που τίθεται ως διαρκές αίτημα στην ζωή μας,  για τα λάθη μας, τις ενοχές μας και τόνισε ότι μόνο όταν αποδεχθούμε  το σκοτάδι που έχουμε μέσα μας μπορουμε να  δομήσσουμε  τον εαυτό μας.
 
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στον Δεκέμβριο του 2016 στον Ιερό  Ναό Αγίου Διονυσίου στο Ίλιον.

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Αντιαιρετικά, Εκκλησία β΄

Μετά από αυτά που είπαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, είναι πλέον εύκολο να δώσουμε απάντηση στο αρχικό ερώτημα, ποιά είναι η αληθινή Εκκλησία. Πρώτον λοιπόν, δεν νοείται Εκκλησία χωρίς ιερωσύνη και δεύτερον αληθινή Εκκλησία είναι εκείνη που διασώζει την Ιερωσύνη του Χριστού σε μια αδιάκοπη διαδοχή των υπό του Αγίου Πνεύματος εγκατεστημένων ποιμένων. Η Αποστολική Διαδοχή η οποία από την Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρείται τεκμήριο γνησιότητας της Εκκλησίας δεν είναι μια απλή διαδοχή ανθρώπων αλλά αδιάκοπη διαδοχή της Ιερωσύνης του Χριστού.
Όταν τώρα σκεφθεί κανείς ότι οι περισσότερες προτεσταντικές παραφυάδες δεν αναγνωρίζουν καν το μυστήριο της ιερωσύνης, καθώς και το ότι, όλος ο προτεσταντικός χώρος είναι μια πολύ μεταγενέστερη πραγματικότητα, όταν ακόμη διαπιστώνει ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αλλοίωσε από τον 9ον αιώνα και μετά “την άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστιν”, μπορεί να καταλάβει, ότι δεν ξεκινάει από εγωϊστική έπαρση αλλά από την εκ των πραγμάτων αλήθεια η βεβαιότητα ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

γ.

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Η συγχώρηση στους Ψαλμούς

Επειδή οι ψαλμοί κατέχουν καίρια θέση στη λειτουργική μας ζωή είναι πολύ σημαντική η μαρτυρία τους ως προς το θέμα της συγγνώμης. Οι Ψαλμοί περιέχουν εντυπωσιακά πολλά χωρία δια των οποίων ο ψαλμωδός και ο πιστός στη λατρεία, ικετεύει τον Θεό για συγχώρηση. Ο πιο γνωστός σ’ εμάς είναι ο 50ς (Ν΄) Ψαλμός: “Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου”, τον οποίο απαγγέλουμε τέσσερες φορές ημερησίως, στο Μεσονυκτικό, στον Όρθρο, στην Τρίτη Ώρα και στο Απόδειπνο.
Παρόμοια ικεσία βρίσκουμε στον 129ο Ψαλμό, ¨Εκ βαθέων εκέκραξά σοι, Κύριε, Κύριε, εισάκουσον της φωνής μου....
Εάν ανομίας παρατηρήσεις, Κύριε, Κύριε, τις υποστήσεται;”. (1,4).
Αλλά η ίδια αγωνιώδης κραυγή επανέρχεται σε πολλούς ακόμη Ψαλμούς:
“Ένεκεν του ονόματός Σου, Κύριε, και ιλάσει τη αμαρτία μου, πολλή γαρ έστι” (24,11).
“Από πασών των ανομιών μου ρύσαι με....απόστησον απ’ εμού τας μάστιγάς σου....” (38, 9-11).
¨Εγώ είπα. Κύριε, ελέησόν με, ίασαι την ψυχήν μου, ότι ήμαρτόν σοι” (Ψαλμ. 40,5).
“Μη μνησθής ημών ανομιών αρχαίων. Ταχύ προκαταλαβέτωσαν ημάς οι οικτιρμοί σου, Κύριε, ότι επτωχεύσαμεν σφόδρα” (78,8).
Αλλά και πολλά παρόμοια χωρία στους Ψαλμούς καθιστούν ολοκάθαρα φανερό πόση ανάγκη έχουμε από την ιαματική χάρη της θείας συγγνώμης. Χωρίς το έλεος του Θεού δεν έχουμε ελπίδα.
Ακόμη φωτίζουν και το γεγονός ότι δεν μπορούμε να εγείρουμε απαιτήσεις από τον Θεό. Έτσι αδύναμοι καθώς είμαστε δεν μπορούμε να κερδίσουμε ή να αξίζουμε το έλεος του, το έλεος Του, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για να Τον υποχρεώσουμε να μας συγχωρήσει. Μπορούμε να περιμένουμε ταπεινά το δώρο της συγγνώμης Του: “Ένεκεν του ονόματός σου, υπέμεινε σε, Κύριε, υπέμεινεν η ψυχή μου εις τον λόγον σου” (129,5), “καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει” (50,
Μετά οι Ψαλμοί επιμένουν ότι οι ικεσίες μας προς τον Θεό για συγχώρηση εισακούονται. Ο Θεός είναι γεμάτος από αγάπη και επιθυμεί να δείξει το έλεός Του και να προσφέρει την ίαση.
“Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον αυτού....τον ευιλατεύοντα πάσα τας ανομίας σου, τον ιώμενον πάσας τα νόσους σου.....οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος...καθώς οικτείρει πατήρ υιούς, ωκτείρησε Κύριος τους φοβουμένους αυτόν” (στ. 1,3, 8, 13).
π. γ.

Αξίζει να μην ξεχνάμε τη φράση με την οποία αρχίζει ο 31ος Ψαλμός: “Μακάριοι ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι” (στ. 1).
“Επλανήθην ως πρόβατον απολωλός, ζήτησον τον δούλον σου, ότι τας εντολάς σου ουκ επελαθόμην” (118, 176”.
Βέβαια δεν θα πρέπει να θεωρούμε ότι η άφεση είναι εξασφαλισμένη, επειδή το έλεος του Θεού πηγαίνει μαζί με τη δικαιοσύνη Του. “ Έλεος και κρίσιν άσομαί σοι” (Ψαλμ. 100,1).

Χριστιανισμὸς καὶ σοσιαλισμός

Στὸ σοσιαλισμὸ ὑπάρχουν μικροάτομα, ἐνῶ στὸ χριστιανισμὸ βρίσκεται ἡ πλήρης ἀνάπτυξη τοῦ προσώπου καὶ τοῦ θελήματός του. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἰδέα τῆς συλλογικῆς ἀνθρωπότητας, τῶν πάντων. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ συλλογικά, ὅπως στὶς πρῶτες πατριαρχικὲς κοινωνίες, γιὰ τὶς ὁποῖες διασώθηκαν κάποιες παραδόσεις, τότε ζεῖ ἄμεσα. Ἀκολουθεῖ ἔπειτα μία παροδικὴ περίοδος, ἡ περαιτέρω ἐξέλιξη, ποὺ εἶναι ὁ πολιτισμὸς (ὁ πολιτισμὸς εἶναι παροδικὴ μόνο φάση). Στὴν περαιτέρω αὐτὴ ἐξέλιξη παρουσιάζεται τὸ φαινόμενο -καινούριο γεγονὸς ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ξεφεύγει κανεὶς- κατὰ τὸ ὁποῖο ἀναπτύσσεται ἡ ἀτομικὴ συνείδηση, ἡ ἄρνηση τῶν ἄμεσων ἰδεῶν, ἐμπειριῶν καὶ γνώσεων (δηλ τῶν αὐθεντικῶν καὶ συλλογικῶν). Ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄτομο, στὴν κατάσταση αὐτὴ τῆς γενικῆς γενετικῆς ἀναπτύξεώς του ἐτοποθετεῖτο σὲ ἐχθρικὴ καὶ ἀρνητικὴ στάση ἀπέναντι στὸν ἐξουσιαστικὸ συλλογικὸ νόμο τῶν πάντων. Γι' αὐτὸ καὶ πάντοτε ἔχανε τὴν πίστη του στὸ Θεό. Μὲ αὐτὸ τελείωναν ὅλοι οἱ πολιτισμοί. Στὴν Εὐρώπη π.χ ὅπου ἡ ἐξέλιξη τοῦ πολιτισμοῦ ἔφτασε μέχρι τὰ ἔσχατα ὅρια, δηλαδὴ μέχρι τὰ ἀκραῖα σύνορα τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἄτομου, ἡ πίστη στὸ Θεὸ χάθηκε μέσα στὸ ἄτομο. Αὐτὴ ἡ κατάσταση, δηλαδὴ ἡ διάσπαση τῶν μαζῶν σὲ ἄτομα, μὲ ἄλλα λόγια ὁ πολιτισμός, εἶναι μία κατάσταση ἄρρωστη. Περὶ αὐτοῦ μαρτυρεῖ τὸ χάσιμο τῆς ζωντανῆς Ἰδέας περὶ Θεοῦ. Ἄλλη μαρτυρία (ἀπόδειξη) ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀρρώστια, εἶναι τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος στὴν κατάσταση αὐτὴ αἰσθάνεται ἄσχημα, θλίβεται, χάνει τὴν πηγὴ τῆς «ζωντανῆς» ζωῆς, δὲν ἔχει τὴν ἄμεση αἴσθηση, ἐνῶ γνωρίζει τὰ πάντα καὶ συνειδητοποιεῖ τὰ πάντα.

Ἐὰν στὸν ἄνθρωπο, στὴν κατάστασή του αὐτή, δὲν εἶχε ὑποδειχθεῖ ὁ σκοπός, μοῦ φαίνεται ὅτι θὰ τρελαινόταν, μαζὶ μὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Τοῦ ὑποδείχθηκε ὅμως ὁ Χριστὸς (κανένας ἄθεος, ποὺ ἀρνιόταν τὴ θεία καταγωγὴ τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀρνιόταν ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ ἰδανικό τῆς ἀνθρωπότητας. Τελευταία λέξη εἶναι ὁ Ρενάν. Αὐτὸ εἶναι σημαντικό). Σὲ τί συνίσταται ὁ νόμος τοῦ ἰδανικοῦ αὐτοῦ; Στὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀμεσότητα, στὴν κοινότητα, ἀλλὰ ἐπιστροφὴ ἐλεύθερη, καὶ μάλιστα ὄχι κατὰ τὴ θέληση, ὄχι κατὰ τὴ λογική, ὄχι κατὰ τὴ γνώση, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἄμεση, φοβερὰ δυνατή, ἀήττητη αἴσθηση ὅτι τοῦτο εἶναι ἐξαιρετικὰ καλό. Καὶ -περίεργο πράγμα!- ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὴν κοινὴ καὶ ἄμεση ζωή, ἄρα στὴ φυσικὴ κατάσταση. Πῶς ὅμως; Ὄχι ἀνταγωνιστικὰ ἀλλά, ἀντιθέτως, κατ' ἐξοχὴν ἔχουσα, ἠθελημένα καὶ συνειδητά. Εἶναι φανερὸ ὅτι αὐτὴ ἡ ὑψίστη αὐτεξουσιότητα εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ ὕψιστη αὐταπάρνηση, ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος. Σ' αὐτὸ ἔγκειται τὸ θέλημά μου, στὸ νὰ μὴν ἔχω θέλημα, γιατί τὸ ἰδανικὸ εἶναι πανέμορφο. Σὲ τί ἔγκειται ὅμως τὸ ἰδανικό; Στὸ νὰ φθάσεις στὴν ἀνώτερη καὶ πλήρη δυνατότητα ἐπιγνώσεως καὶ ἀναπτύξεως, στὴν πλήρη γνώση τοῦ δικοῦ σου ἐγώ, καὶ τότε νὰ τὸ προσφέρεις αὐτὸ ἐθελοντικὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Πράγματι, τί καλύτερο θὰ ἔκανε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὰ πάντα ἀπέκτησε, τὰ πάντα ἐγνώρισε καὶ ποὺ ἔγινε παντοδύναμος. Ἂν τὸν ἀφήσετε στὴν κατάσταση τὴ διασπασμένη, στὴν κατάσταση τοῦ ἰδιαίτερου ἄτομου, τότε δὲν θὰ ἔχετε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὴ γαστέρα. Οἱ σοσιαλιστὲς δὲν πᾶνε πιὸ πέρα ἀπὸ τὴ γαστέρα. Ἡ δική μας «Νέα Ρωσία» ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει, δηλαδὴ μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις της τείνει νὰ ἀποδείξει ὅτι πέρα ἀπ' ὅλα αὐτὰ πέρα ἀπ’ ὅ,τι περιέχεται σ' αὐτὴ τὴ γαστέρα, δὲν ὑπάρχει τίποτα. Ἂς προσπαθήσουν νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Δὲν θὰ θελήσουν οὔτε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Τὸ διατυμπανίζουν ὑπερήφανα: οἱ μπότες εἶναι καλύτερες ἀπὸ τὸν Σαίξπηρ, γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς εἶναι ντροπὴ καὶ νὰ μιλᾶμε ἀκόμα, κλπ. κλπ.

Στὸ Χριστὸ ὅμως τί θὰ πετύχετε; Ὑπάρχει κάτι πολὺ πιὸ ὑψηλὸ ἀπὸ τὸ θεὸ-γαστέρα; Εἶναι τὸ νὰ εἶσαι κύριος καὶ ἐξουσιαστὴς τοῦ ἑαυτοῦ σου, κύριος ἐπάνω στὸ δικό σου ἐγώ, τὸ νὰ θυσιάσεις τὸ ἐγώ, νὰ τὸ δώσεις σὲ ὅλους. Στὴν ἰδέα αὐτὴ ὑπάρχει κάτι τὰ ἀκαταμάχητα ὄμορφο, θαυμάσιο, ἀκατανίκητο, κι ἀκόμη ἀνεξήγητο. Ἀκριβῶς, ἀνεξήγητο. Ἐὰν ὁ σοσιαλιστὴς ἀρχίσει νὰ ἐξηγεῖ, θὰ πεῖ αὐτὸ συμβαίνει γιατί, ἂν φανταστεῖς ὅτι ὁ καθένας θὰ τὰ δώσει ὅλα, ἀκόμα καὶ τὸν ἑαυτό του, ἀκόμα καὶ τὸ ἐγώ του γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους, τότε αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχουν φτωχοὶ καὶ ὅλοι θὰ εἶναι φοβερὰ πλούσιοι. Καὶ ὅμως θὰ παραπλανήσει ὁ σοσιαλιστὴς χοντρά, ὠμὰ καὶ αἰσχρά. Διότι, ἂν πράγματι εἶναι ἔτσι, δηλαδὴ ὅτι ὅλοι θὰ γίνουν πλούσιοι, ὁ σοσιαλισμὸς σ' αὐτὸ καὶ σταματᾶ. Ἀλλὰ τοῦτο οὔτε μπορεῖ νὰ γίνει, γιατί ὁ σοσιαλιστὴς οὔτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ πὼς εἶναι δυνατὸ νὰ δώσει κανεὶς ἑκούσια τὸν ἑαυτό του γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους. Κατὰ τὸ σοσιαλιστὴ αὐτὸ εἶναι ἀνήθικο. Ἐνῶ ἐὰν γίνει γιὰ κάποιο μισθό, γιὰ κάποια ἀνταμοιβή, ἔ, αὐτὸ εἶναι δυνατό, αὐτὸ εἶναι ἠθικό. Καὶ ὅμως, ὅλο τὸ πράγμα, ὅλη ἡ ἄπειρη ἄξια τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἡ ὑπεροχὴ ἔναντι τοῦ σοσιαλισμοῦ σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγκειται, στὸ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς (τὸ ἰδανικό), δίδοντάς τα ὅλα δὲν ζητᾶ τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐπὶ πλέον αὐτὸς (ὁ Χριστιανὸς) εἶναι κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς ἀνταμοιβῆς, τὴ θεωρεῖ κάτι ἀνόητο καὶ ἄσκοπο. Καὶ τὸν μισθὸ θὰ τὸν δεχθεῖ μόνο ἀπὸ ἀγάπη σ' ἐκεῖνον ποὺ τὸν δίνει, ἢ μόνο γιατί αἰσθάνεται ὅτι μετὰ ἀπ' αὐτὸ θὰ ἀγαπήσει ἀκόμη πιὸ δυνατὸ τὸν διδόντα (Ἡ Νέα Ἱερουσαλήμ, ἀσπασμὸς μ' ἐναγκαλισμό, πράσινα Βαΐα). Ἐν πάςῃ περιπτώσει ὁ σοσιαλισμὸς ποτὲ πραγματικὰ δὲν ἔχει φθάσει μέχρι μιᾶς τέτοιας ἑρμηνείας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Σὲ κάτι τέτοιο φθάσανε μόνο μερικοὶ ἐκπρόσωποί του καὶ ὁρισμένοι ποιητὲςὍλη τὴ μέλλουσα βάση καὶ τὸ μέτρο (norma) τῆς κοινωνικῆς μυρμηγκοφωλιᾶς ὁ σοσιαλισμὸς τὴν τοποθετεῖ στὸ σκοπὸ ἐτοῦτο: στὴ γεμάτη γαστέρα. Καὶ γι' αὐτὰ τὸ σκοπὸ ὑπάρχουν τὰ αὐτονόητα καθήκοντα τῶν μυρμηγκιῶν. Καὶ ἀκόμη, ἡ μεγαλύτερη ἀνύψωση τοῦ ἠθικοῦ καὶ ἡ ὕψιστη ἐνθάρρυνση ποὺ μποροῦν νὰ προσφέρουν στὴν ἀνθρωπότητα ἔγκειται σ' αὐτό, στὸ νὰ πείσουν καὶ νὰ ἐνθαρρύνουν τοὺς προσηλύτους ὅτι οἱ ὑποχρεώσεις αὐτὲς εἶναι εὐχάριστες γιατί θὰ τὶς κάνουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, πρὸς τὸ δικό τους συμφέρον, γατὶ «ἡ ἐργασία εἶναι ἑλκυστική».

Ὁ σοσιαλισμὸς ἔχει αὐτοαποκληθεῖ Χριστὸς καὶ ἰδεῶδες. Ὅμως τὸ Εὐαγγέλιο λέει, ἂν σᾶς ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἐδῶ ἢ ἐκεῖ μὴ πιστεύετε, (πρβλ. καὶ Ἀποκάλυψη σχετικὸ μὲ τὸν Ἀντίχριστο)

Ὁ σοσιαλισμὸς εἶναι ἡ ἀνώτερη, ἡ ἔσχατη, μέχρι τελειότητας ἀνάπτυξη τοῦ ἄτομου, καὶ δὲν εἶναι τὸ μέτρο. Εἶναι ἡ ἐνσυνείδητη ἀνάπτυξη τῶν μεμονωμένων ἀτόμων στὸν ὕψιστο βαθμὸ εἶναι ἀκόμη ἡ ἀπόλυτη ἕνωση ἐν ὀνόματι τῆς ὀμορφιᾶς τοῦ ἰδανικοῦ! Πρέπει ὅμως νὰ φθάσει στὴν πεποίθηση -τόσο τὴ λογικὴ ὅσο καὶ τὴν αἰσθητή, δηλαδὴ τὴν ἀμεσώτατη αἴσθηση ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπου- ὅτι ἡ ὕψιστη χρήση τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι νὰ τὸν θυσιάσουμε. Ἡ πατριαρχικὴ κατάσταση ἦταν ἡ πρωταρχικὴ κατάσταση. Ὁ πολιτισμὸς εἶναι ἡ μεσαία, προσωρινὴ κατάσταση. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι τὸ τρίτο καὶ τελευταῖο στάδιο τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἐδῶ τελειώνει ἡ ἐξέλιξη (ἀνάπτυξη), ἐπιτυγχάνεται τὸ ἰδανικό. Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὴ Λογικὴ τὴν ἴδια, στὴ φύση τὰ πάντα εἶναι μαθηματικῶς σωστά. Κι αὐτὸ δὲν σηκώνει οὔτε εἰρωνεία, οὔτε ὑποτίμηση. Ἄρα, ὑπάρχει ἡ αἰώνια ζωή.

Πηγή: Ρώσικη ἔκδοση τῶν Ἁπάντων, τ.20, Ἔκδ. Σοβιετικῆς Ἀκαδημίας, (περ. Σύναξη τ. 49)

Η “μαύρη Παρασκευή” και το μαύρο μας το χάλι

Μπορεί να με απατά η μνήμη μου, αλλά νομίζω ότι ήταν η φετινή η δεύτερη χρονιά καθιέρωσης της “Μαύρης Παρασκευής” (Black Friday”, σε άπταιστα ελληνικά) στο ελληνικό εμπορικό τοπίο. Όπως, μάλιστα, είπαν και οι αρμόδιοι φορείς των εμπόρων, έφερε αποτέλεσμα αυτή η πρακτική, καθώς υπήρξε αύξηση των εξόδων των επιχειρήσεων. Δεν είμαι και τόσο σίγουρος, για να κάνω και τον δικηγόρο του διαβόλου, πόσο καλό ήταν για τα συνοικιακά μαγαζιά όλο αυτό που έγινε. Έχω την εντύπωση ότι επωφελήθηκαν οι μεγάλες αλυσίδες και οι μικροί έμποροι της γειτονιάς.
          Είναι, όμως, η Black Friday η λύση στην κρίση της αγοράς ή μήπως χρειάζονται άλλε κατευθύνσεις; Σίγουρα, η λύση δεν είναι η ακατάσχετη πριμοδότηση των μεγάλων, πολυεθνικών, επιχειρήσεων έναντι των μικρότερων ατομικών. Όπως, επίσης, η λύση δεν είναι οι εκπτώσεις των γιορτών και του καλοκαιριού. Κατά την γνώμη μου, μία λύση θα ήταν να υπάρχουν συνέχεια, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, προσφορές και εκπτώσεις στα καταστήματα σε όλα τα είδη και όχι σε παλιό εμπόρευμα. Ενδεχομένως, με αυτό τον τρόπο να δελεαζόταν πιο εύκολα ο υποψήφιος αγοραστής(δεν αναφέρομαι στον παθολογικά “άρρωστο υπέρ-καταναλωτή της εποχής μας).
          Η υπόθεση αυτή του εμπορίου έχει και μια άλλη πλευρά: θέλουμε να στηρίξουμε τα μαγαζιά της περιοχής μας ή παραδιδόμαστε άνευ όρων στην γκλαμουριά των εμπορικών κέντρων; Οι δε έμποροι της περιοχής μας είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν ό, τι καλύτερο έχουν στους πελάτες τους ή τους κοροϊδεύουν, μιμούμενοι τις μεγάλες επιχειρήσεις, που πουλούν “φύκια για μεταξωτές κορδέλες;” Εμείς, ως αγοραστές, ξέρουμε τι θέλουμε ή πέφτουμε θύματα της αχαλίνωτης πλεονεξίας μας και του “φάτε μάτια ψάρια”; Άντε, και του χρόνιου αδέλφια...

Β. Σπυρόπουλος- “ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ”, φ. 999

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Αντιαιρετικά δ΄ Η Θεοτόκος


Πως μπορεί  να αμφιβάλλει κανείς για το ότι είναι η Θεοτόκος Παναγία και Υπεραγία και τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, εφόσον είναι Θεοτόκος; Εφόσον το Άγιον Πνεύμα την επεσκίασε και ήλθε επ’ αυτήν και σαρκώθηκε εντός αυτής ο Υιός και Λόγος του Θεού και δι’ αυτής ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, είναι ποτέ δυνατόν να μην αγιάσθηκε ολοτελής;

          Αυτή που τίμησε ο Θεός τόσο πολύ, “την Κεχαριτωμένην εν γυναιξί”, πως θα αρνηθούμε να την τιμήσουμε εμείς, χωρίς τον κίνδυνο να βλασφημούμε τον Θεόν, επιχειρώντας  να Τον διορθώσουμε;  Η ίδια εξ άλλου προφήτευσε “ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί, ότι εποίησε μοι μεγαλεία ο Δυνατός”, και τι άλλο παρά εκπλήρωση αυτής της προφητείας είναι η τιμή που της αποδίδουν οι ανθρώπινες γενεές των ανθρώπων;

          Όταν τιμάμε την Παναγία, το Χριστό τιμάμε, γιατί την τιμάμε, σαν Θεοτόκο,και όταν τιμάμε και προσκυνούμε το Χριστό σαν Θεό σεσαρκωμένο, τιμάμε  και εκείνη δια της οποίας εδόθη η ανθρώπινη σάρκα,  δια της οποίας ο Θεός ενδύθηκε την ανθρώπινη φύση.

          Η Εκκλησία είναι ζωή και δεν είναι ιδεολογία.  Όταν τιμάμε έναν άνθρωπο τον τιμάμε ολόκληρο. Δεν τιμάμε μόνο το κεφάλι του και περιφρονούμε τα χέρια ή τα πόδια του η άλλα σημεία του σώματος του. Διανοηθήκατε ποτέ κάποιον που επειδή τιμάει κάποιον άλλο για την πολλή του σοφία, να του κόψει το κεφάλι και να το κρατήσει στο σπίτι του και να το τιμάει και να πετάξει το υπόλοιπο σώμα του; Και όμως αυτό που δεν διανοηθήκαμε ποτέ να το κάνουμε σε άνθρωπο το διανοούνται και το κάνουν οι αιρετικοί στον ίδιο το Θεό.
γ.

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Αντιαιρετικά θέματα: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ (α΄)


Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε πως εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Αυτό δεν είναι μια αυθαίρετη προσωπική άποψη, αλλά μια αλήθεια που βγαίνει μέσα από τη φύση της ίδιας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού, ο Χριστός δεν είναι μόνον κεφαλή της Εκκλησίας αλλά και ο Σωτήρας του Σώματος. Τα μέλη του σώματος τότε μονοί ζουν, όταν είναι ενωμένα και προσκολλημένα στο σώμα. Η συμμετοχή στη ζωή του σώματος, αυτή είναι η ζωή και η σωτηρία των μελών. Έξω από το σώμα τα μέλη δεν έχουν “ζωήν εν εαυτοίς”. Αφού λοιπόν η Εκκλησία είναι το Σώμα, είναι φυσικό και επόμενο εκτός της Εκκλησίας να μην υπάρχει σωτηρία.

          Οι αιρετικοί μη μπορώντας να ξεπεράσουν αυτή την πραγματικότητα της Εκκλησίας, προσπαθούν να την οικειοποιηθούν. Όλες οι αιρέσεις και οι παραφυάδες τους από τη μικρότερη μέχρι τη μεγαλύτερη, διεκδικούν για τον εαυτό τους την ιδιότητα της Εκκλησίας. Βέβαια για κάθε νοήμονα άνθρωπο, όπως στην κάθε κεφαλή αντιστοιχεί ένα σώμα, έτσι και η πραγματική Εκκλησία είναι μία. Ποια όμως είναι η πραγματική Εκκλησία; Μέσα στο αναρίθμητο πλήθος των ποικίλων ομάδων, πως μπορεί κανείς να αναγνωρίσει την πραγματική Εκκλησία; Αυτό είναι ένα σοβαρό ερώτημα και πού ενδιαφέρον.

          Ο Χριστός μιλάει για την Εκκλησία στο σημείο που ερωτά τον Πέτρο τι γνώμη έχουν οι άνθρωποι για Εκείνον. Και ο απόστολος μιλώντας και εκ μέρους των άλλων θα απαντήσει: “Εσύ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος”. Ο Χριστός τότε παρατηρεί: “Επάνω σ’ αυτή την πέτρα, δηλαδή την αλήθεια,, ότι ο Υιός του Θεού του ζώντος, θα οικοδομήσω μου την Εκκλησία και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής (Ματθ. 16, -18).

          Την ημέρα της Πεντηκοστής, με την επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος αρχίζει η επίγεια πορεία της Εκκλησίας, διότι δι’ Αυτού οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν μέλη της. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο την πρώτη ημέρα μετά το κήρυγμα του Πέτρου 3.000 άνθρωποι προστίθενται στην Εκκλησία. Είναι το Βάπτισμα. Το μυστήριο του Βαπτίσματος, για το οποίο θα μιλήσουμε μετά, είναι η πράξη του εκκεντρισμού, της ενσωμάτωσης, στην Εκκλησία, του μπολιάσματος στο Σώμα του Χριστού. Αφού εκκεντρίζονται λαμβάνουν και τη ζωή του Σώματος, δηλαδή τη δωρεά του αγίου Πνεύματος.
γ.

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ο βίος και το μαρτύριο της αγίας και ενδόξου μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας




Από την πρώτη στιγμή, που ιδρύθηκε και άρχισε να ζει η Εκκλησία του Χριστού, εξαπολύθηκαν εναντίον της αναρίθμητοι και πολύμορφοι λυσσαλέοι εχθροί, με σκοπό να την σβήσουν και να την εξαφανίσουν από το πρόσωπο της γης.
'Αλλοι με κοφτερά σπαθιά, και άλλοι με κοφτερή γλώσσα και γραφή, όλοι οι διάβολοι της κόλασης και όλοι οι άνθρωποι του διαβόλου, σε συνεργασία, εξεστράτευσαν, με κάθε σατανική μέθοδο και πονηριά, κατά των χριστιανών, κατά του «μικρού ποιμνίου» του Χριστού, για να το διασκορπίσουν και να το εξαφανίσουν. Εξόδεψαν αναρίθμητους τόνους μελανιού και εκατομμύρια τόνους χαρτιού και έχυσαν ποτάμια χριστιανικό αίμα.
Και τι κατόρθωσαν; Το αντίθετο. Νικηθήκανε, πέσανε, και συντριβήκανε, και «ουχ ευρέθη ο τόπος αυτών», κατά τη Γραφή. Η Εκκλησία του Χριστού ζει, και θα ζει, μέχρι να τελειώσουν οι αιώνες, και θα συνεχίζει, να επιτελεί, το σωτήριο έργο της πάνω στη γη, όσοι κι αν παρουσιαστούν εχθροί, για να το εμποδίσουν. Τα λόγια του θείου ιδρυτού Της «πύλαι ’δου ου κατισχύσουσιν αυτής», αποκαλύπτονται πάντοτε αληθινά. Κι αν δεν ήταν τυφλοί οι σημερινοί πολέμιοί Της, θα έβλεπαν τρανότατα αποδεδειγμένη αυτή την αλήθεια, δια μέσου των αιώνων, και θα σταματούσαν να «λακτίζουν προς κέντρα». θα έβλεπαν, ότι τους περιμένει η ίδια τύχη, το ίδιο άθλιο τέλος.
Εκείνο που είναι αληθινό, υψηλό, άγιο, θεϊκό, κείνο που έχει ουράνια προέλευση, όσο προσπαθείς να το λιγοστέψεις, αυτό τόσο πιο πολύ μεγαλώνει, φουντώνει, θεριεύει.
Ένας πολέμιος της θρησκείας του Χριστού, αυτού του αιώνα, μόλις επικράτησε και έγινε άρχοντας του τόπου του, είπε στους δικούς του: «και τώρα σφάξτε, όπου βρείτε χριστιανό και μάλιστα ρασοφόρο, εκπρόσωπο της θρησκείας, σφάξτε τον, και σας υπόσχομαι, τον τελευταίο που θα μείνει θα τον σφάξω εγώ με τα χέρια μου μπροστά σε όλους σας».
Και δεν πέρασαν πολλά χρόνια, ούτε δέκα, διωγμού και σφαγής, και πάλι ο ίδιος είπε: «βρε τι κακό είναι μ' αυτούς, έναν κόβεις δέκα φυτρώνουν».
Αυτή είναι η Εκκλησία του Χριστού. Ποτισμένη από το αδιάκοπα χυμένο αίμα των Μαρτύρων της, εδραιωμένη, αδιάσειστη, νικήτρια, πεντακάθαρη, δοξασμένη, αιώνια.
Ένα από τα ιερά σφάγια, που έπεσαν πάνω στον ιερό βωμό της πίστεως του Χριστού και επότισαν με το αίμα τους το πελώριο δένδρο του Χριστιανισμού και λάμπρυναν την Εκκλησία είναι και η Αγία, ένδοξη Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα.
Η Αγία Βαρβάρα έζησε περί το τέλος του 3ου και αρχές του 4ου μ. Χ. αιώνα, στην Ηλιούπολη, που ήταν πόλη της Κοίλης Συρίας, κοντά στον Αντιλίβανο. Σήμερα η πόλη αυτή, ονομάζεται Βααλβέκ. Ο πατέρας της ονομαζόταν Διόσκορος και ήταν φανατικός ειδωλολάτρης. Ήταν επίσης πολύ πλούσιος και διοικητής της Ηλιούπολης, με μεγάλη πολιτική εξουσία και δύναμη. Φανατικός δε ιερεύς της ειδωλολατρίας.
Οι ιστορικές πληροφορίες, δεν αναφέρουν καθόλου το όνομα της μητέρας της, ούτε ποιά στάση τήρησε σε όλη την περιπέτεια και το φρικτό μαρτύριο της κόρης της. Μήπως είχε πεθάνει; Αυτό μόνο σαν υπόθεση μπορεί να σταθεί. Γιατί από την προτροπή του τυράννου, κατά το μαρτύριο της Αγίας, «να λυπηθεί τους γονείς της», βγαίνει το συμπέρασμα, ότι ζούσε, αλλά δεν συνταυτίστηκε με την κόρη της, όπως συνέβη με άλλες μητέρες μαρτύρων, παρά σαν φανατική ειδωλολάτρις και αυτή, συνταυτίσθηκε με τη στάση του φανατισμένου και τυφλού στην ψυχή άνδρα της Διόσκορου. Η Βαρβάρα ήταν το μονάκριβο παιδί τους. Ήταν αφάνταστα ωραία στο σώμα, αλλά και στην ψυχή, και είχε πολλή χάρη, ευφυΐα, σεμνότητα και σωφροσύνη.
Απ' τις περιπτώσεις που γνωρίζουμε, αυτού του είδους, όταν δηλαδή οι γονείς έχουν ένα μόνο παιδί, φανταζόμαστε πόσο ενδιαφέρον, πόση αγάπη, φροντίδα και αδυναμία, θα της είχαν, και πόσο, θα διέθεταν τα πάντα, να τη μορφώσουν και να την αποκαταστήσουν, κατά τον καλύτερο τρόπο, κάτι που τους επέβαλε οπωσδήποτε και ο πλούτος και η κοινωνική τους θέση.
Και πράγματι, όταν η κόρη τους έφτασε σε ηλικία γάμου παρουσιάστηκαν πολλοί μνηστήρες, πολλοί υποψήφιοι γαμπροί, και από τους εξέχοντες άρχοντες, και από τους μεγιστάνες και από τους λοιπούς επιφανείς άνδρες της Ηλιούπολης. Όλα όμως τα προξενιά η Βαρβάρα τα έδιωχνε, πράγμα που ο πατέρας της δεν το έβλεπε με καλό μάτι.
Ήταν γι' αυτόν αδικαιολόγητη η έμμονή της κόρης του, να μη θέλει διακεκριμένους γαμπρούς, που την ζητούσαν σε γάμο. Υπόθεσε όμως, ότι ήταν μια κάποια νεανική ιδιοτροπία, και είχε την ελπίδα ότι αργότερα, θα υποχωρούσε και θα δεχόταν να παντρευτεί. Περνούσε όμως η ηλικία της και η Βαρβάρα δεν έλεγε το ναι. Εν τω μεταξύ, όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε αφάνταστα και η ομορφιά της και την έκανε «περιλάλητη και περιμάχητη».
Κατά Συμεών το Μεταφραστή, Ι΄ αιώνας, «το γαρ κάλλος αυτής, ει και μη θεατόν, αλλ' όμως ακουστόν ον, περιμάχητον αυτής εποίει γάμον».
Όσο περνούσε ο καιρός, ο Διόσκορος γέμιζε πιο πολύ από ποικίλους φόβους, και πήρε την απόφαση να λάβει ωρισμένα μέτρα. Φαίνεται, ο πιο μεγάλος του φόβος, ήταν ωρισμένοι ψίθυροι, ότι η Βαρβάρα συμπαθούσε τον Χριστιανισμό. Οι ιστορικές πηγές λένε, για τη Βαρβάρα, ότι ήταν «εμμανής περί την των απίστων ειδώλων προσκύνησιν».
Γι' αυτό, και ο Διόσκορος, περιώρισε την ελευθερία της κόρης του τόσο, όσο να μη την βλέπει κανείς, ούτε και να την συναναστρέφεται. Μόνο υπηρέτες και υπηρέτριες, πιστοί στο Διόσκορο, την συνόδευαν. Κατά την παράδοση, τόσο την περιώρισε που έφτιαξε ειδικό πύργο και την έκλεισε μέσα.
Όμως, δύσκολα γλιτώνει κανείς απ' αυτό που φοβάται. Το λέει ο λαός και έχει δίκιο. Δεν είναι λίγες οι φορές, που τα πράγματα σ' αυτό τον κόσμο μας έρχονται διαφορετικά απ' ότι τα περιμένουμε. Πολλές φορές, παίρνουμε μέτρα και εφαρμόζουμε τακτικές, για να υποστηρίξουμε τις σκέψεις και τα σχέδιά μας, με αποτέλεσμα όμως αντίθετο. Ας γνωρίζουν λοιπόν οι γονείς, όσοι μάλιστα, σχετικά με την κλήση των παιδιών τους, αντιστρατεύονται στη βουλή του Θεού, αλλά και όλοι μας, ότι η θεία Πρόνοια, ξέρει πολύ καλά, να ματαιώνει θελήσεις ανθρώπων όπως του πατέρα της Βαρβάρας και φωτίζει ακόμα και τους δεσμοφύλακες...
Οι φόβοι του Διόσκορου βγήκαν αληθινοί. Η πανεύφημη Βαρβάρα ξαφνικά παρουσιάζεται χριστιανή. Φαίνεται, κάποια απ' τις υπηρέτριες ήταν κρυπτοχριστιανή, και μετέδωσε στη Βαρβάρα τα σωτήρια χριστιανικά δόγματα και διδάγματα. Ακόμα, κατά το βιογράφο της, την βοήθησε και η λογική, διότι καθώς έβλεπε μέσα από τον πύργο εκεί στη μοναξιά το μεγαλείο της φύσης σκεπτόταν: «ποιός έκαμε τον έναστρο ουρανό με ένα τέτοιο διάκοσμο και ποιός τη γη με τόσες ομορφιές και στολίδια, με δένδρα και καρπούς ποικίλους και ωραίους; οι ξύλινοι και πέτρινοι θεοί, που δεν έχουν λογική, και ούτε βλέπουν, ούτε ακούνε, που τους έφτιαξαν άνθρωποι»; Όχι, δεν είναι δυνατό. Δεν μπορούσε με τίποτα να το πιστέψει. Και έβλεπε σε όλα αυτά τη σφραγίδα και το μεγαλείο ενός μεγάλου και σοφού Δημιουργού, του αληθινού θεού, που ήδη είχε αρχίσει περί Αυτού να μαθαίνει με σιγουριά. Ο Συμεών ο Μεταφραστής, μας εξηγεί το θαυμαστό αυτό γεγονός ως εξής: «εν αυτώ, λέγει, τω πύργω, η του Παρακλήτου Χάρις των αφανών αυτής οφθαλμών αφανώς αψάμένη, φωτί τε θεογνωσίας εφώτισε και τον αψευδή Θεόν γνώριμον αυτή παραδόξως κατέστησε». Δηλαδή, σ' αυτόν μέσα τον πύργο, η Χάρη του Παρακλήτου αγγίζοντας μυστικά τους οφθαλμούς της ψυχής της, την εφώτισε με το φως της θεογνωσίας και της φανέρωσε με παράδοξο τρόπο τον αληθινό θεό.
Αυτή λοιπόν, η κρυπτοχριστιανή υπηρέτρια της Βαρβάρας, την πήγε κρυφά στη χριστιανική κατακόμβη, την γνώρισε με ένα ιερέα από την Αλεξάνδρεια, την κατήχησε, και μετά από λίγο καιρό τη βάπτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος.
Η παναοίδιμη Βαρβάρα ζει τώρα πια σε καινούργιο κόσμο. Η χαρά της είναι αφάνταστη. Τώρα νιώθει την πραγματική ευτυχία και αγαλλίαση. Καταλαβαίνει τώρα πιο πολύ, ότι η ομορφιά και τα πλούτη και η μόρφωση δεν έχουν καμιά αξία, μπροστά στο μεγάλο θησαυρό της αληθινής πίστεως, που της αποκάλυψε ο Θεός και που τον ζει πια χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Αγάπησε ολοκληρωτικά το Νυμφίο της Χριστό. Αποδείχθηκε αληθινή μεγαλέμπορος, που θυσίασε τα πάντα, για να κερδίσει «τον πολύτιμο μαργαρίτη». Μπροστά στην πραγματική ευσέβεια και αρετή, και προ παντός μπροστά στην αγάπη του Χριστού, η παμμακάριστη Βαρβάρα, παραμέρισε όλες τις αμαρτωλές απολαύσεις του κόσμου τούτου, νέκρωσε όλα τα ψυχοφθόρα σαρκικά αμαρτήματα, περιφρόνησε κοσμικές τιμές και δόξες, αποστράφηκε τη λάμψη και το μεγαλείο των αξιωμάτων και του πλούτου, όλα που ο λόγος του Θεού τα ονομάζει «αλαζονείαν του βίου», τα θυσίασε όλα και προτίμησε να υποστεί τις θλίψεις του μαρτυρίου προκειμένου, να ομολογήσει με αλύγιστο θάρρος, με άκαμπτη Θέληση και παρρησία, με ηρωισμό και αυταπάρνηση, τον Χριστό και το Θέλημά Του, και να κερδίσει τον πολύτιμο, άφθαρτο και αναφαίρετο θησαυρό, την αιώνια ζωή.
Είναι πράγματι ανάξιος, όποιος θα αγαπήσει κάτι άλλο, πιο πολύ απ' τον Χριστό.
Ο Διόσκορος χωρίς να υποψιάζεται τίποτα για όλα αυτά που είχαν συμβεί, κάνει πάλι πρόταση γάμου στη Βαρβάρα. Η καλλίνικη όμως Βαρβάρα αυτή τη φορά, πήρε θέση σθεναρή και ξεκάθαρη απέναντι στον πατέρα της και έδωσε λύση μια για πάντα στο πρόβλημα του γάμου.
«Μη μου κάνεις ξανά λόγο για γάμο, γιατί ούτε θα σε ξαναπώ πατέρα και θα με αναγκάσεις να σκοτωθώ μόνη μου», είπε στον πατέρα της. Συμεών ο Μεταφραστής λέγει, ότι ο Διόσκορος «δεν εισήλθεν εις το νόημα». Νόμισε ότι αυτή η άρνηση προέρχεται από ντροπή, (ήταν μικρή στην ηλικία, ίσως 16 ετών), και δεν επέμεινε, «παρέχων αυτή διασκέψεως καιρόν». Της άφησε χρόνο να το σκεφτεί. Η ανδρόφρονη Βαρβάρα, παρ' όλο που ήταν μικρή στην ηλικία, ήταν πολύ μεγάλη και ώριμη στη σκέψη, και είχε πάρει σταθερή και αμετάκλητη την απόφαση, περί παρθενίας και αφοσίωσης στο Νυμφίο της Χριστό, και ήδη, ζούσε μέσα στον πύργο «εν προσευχή και νηστεία».
Πολλές φορές η Πρόνοια του Θεού χτυπά το διάβολο με τα δικά του όπλα. Έβαλε ο διάβολος στο σκοτισμένο μυαλό του Διόσκορου ότι η κόρη του, δεν ήθελε να ακούσει για γάμο, όχι μόνο από ντροπή, αλλά και διότι την είχε αυστηρά απομονώσει και την είχε αποξενώσει από την κοσμική ζωή, τις διασκεδάσεις κ.λπ. Και έτσι, άλλαξε τακτική. Της επιτρέπει πια να βγαίνει όποτε θέλει από τον πύργο, να δημιουργεί σχέσεις και συναναστροφές με όποιους θέλει, και να πηγαίνει οπού θέλει. Τι άλλο καλύτερο απ' αυτό θα ήθελε η σεμνή αθληφόρα;
Έτσι άρχισε ελεύθερα να βγαίνει έξω να συναναστρέφεται χριστιανές, και με πολλή προφύλαξη να παρακολουθεί ακολουθίες και κηρύγματα των καταδιωκομένων χριστιανών.
Ιδιαίτερα, τα μαρτύρια των χριστιανών που επληροφορείτο, την βοήθησαν πολύ, να στερεωθεί και να ανδρωθεί στην πίστη. Να πως έμαθε τώρα ο πατέρας της, ότι ήταν η κόρη του χριστιανή. Αποφάσισε ο Διόσκορος, να φύγει προσωρινά για υπόθεσή του σε άλλη χώρα. Πριν φύγει, θέλησε να κατασκευάσει έξω από τον πύργο ένα ωραίο λουτρό. Έκαμε το σχέδιο, το έδωσε στους τεχνίτες, με τις ανάλογες οδηγίες και έφυγε για τις υποθέσεις του. Κάποια μέρα η Αγία, κατέβηκε από τον πύργο και άρχισε να περιεργάζεται το λουτρό, που έκτιζαν οι τεχνίτες. Καθώς το παρατηρούσε, πρόσεξε, ότι όλη αυτή η οικοδομή είχε δύο μόνο παράθυρα. Ρώτησε τους κτίστες «γιατί δεν εκάματε και άλλο ένα παράθυρο προς το νότιο μέρος, ώστε να φωτίζεται το λουτρό περισσότερο;».
Γιατί αυτή την εντολή μας έδωσε ο πατέρας σου, απάντησαν. Τότε η Αγία τους είπε πάλι: «θα κάμετε οπωσδήποτε και τρίτο παράθυρο κι αν ο πατέρας μου σας παρατηρήσει, θα του μιλήσω εγώ και θα του εξηγήσω. Εσείς δεν θα 'χετε καμία ευθύνη». Οι τεχνίτες υπάκουσαν και έφτιαξαν .το τρίτο παράθυρο, εκεί ακριβώς που τους είπε. Βλέποντας η Αγία τα τρία παράθυρα ένοιωθε ανεκλάλητη χαρά και ικανοποίηση. Ο δε πανάγαθος και ελεήμων θεός, φώτιζε συνεχώς την ψυχή της, γέμιζε με ’γιο Πνεύμα την καρδιά της και μεγάλωνε το θάρρος και την παρρησία της, για να ομολογήσει πέρα για πέρα την αλήθεια και τον Αγαπημένο της Νυμφίο, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Κάποια φορά, που κατέβηκε να δει το λουτρό, στάθηκε στο σημείο που ήταν η κολυμβήθρα του, Ανατολικά, και χάραξε με το δάκτυλό της πάνω στο μάρμαρο το σημείο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Και ω του θαύματος! Σαν να ήταν το δάκτυλό της μια σμίλη από σίδερο και άνοιξε, τόσο βαθύ λάξευμα στο μάρμαρο, ώστε το σημείο εκείνο του Σταυρού να φαίνεται και να υπάρχει μέχρι σήμερα, για να κηρύττεται συνέχεια η θαυματουργική θεία δύναμη, και να δοξάζεται η αδιαίρετη και ομοούσια Αγία Τριάδα. Και όχι μόνο σώζεται μέχρι σήμερα το λουτρό εκείνο, με τα τρία παράθυρα και τον χαραγμένο από την αγία Σταυρό, αλλά και κάνει μέχρι σήμερα θαυματουργικές θεραπείες σε Αρρώστους από διάφορες αρρώστιες, όταν προσέρχονται με πίστη.
Μετά από λίγο καιρό επανήλθε ο πατέρας της Διόσκορος από το ταξίδι του και βλέποντας το τρίτο παράθυρο στο λουτρό απόρησε. Φώναξε αμέσως τους τεχνίτες και τους παρατήρησε αυστηρά, γιατί παραβήκανε την εντολή του, και κάμανε τρία παράθυρα στο λουτρό. Από εδώ και πέρα αρχίζει η φρικτή μαρτυρική ζωή και το σύντομο τέλος της σεμνής και ενάρετης Βαρβάρας. Απολογείται στον πατέρα της για την κατασκευή των τριών παραθύρων και του τονίζει ότι, «με τα τρία παράθυρα το λουτρό φωτίζεται, καλύτερα, και οι τρεις θυρίδες φωτίζουν πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Σ' ένα τροπάριο της ακολουθίας της, στην Ε' ωδή, χαρακτηριστικά αναφέρεται αυτό το γεγονός ως εξής: «θυρίσι τρισί, το λουτρόν φωτίζεσθαι κελεύσασα, μυστικώς διέγραψας, βάπτισμα Βαρβάρα της Τριάδος φωτί, των ψυχών σελασφόρον, υπάρχον καθαρτήριον». Δηλαδή, διατάζοντας να φωτίζεται το λουτρό με τρία παράθυρα, σχεδίασες με μυστικό τρόπο Βαρβάρα, το βάπτισμα, στο φως της Αγίας Τριάδος, που καθαρίζει και φέρνει λάμψη στις ψυχές.
Μ' αυτό το συμβολισμό η Αγία, αποκάλυψε με περίσσιο θάρρος και παρρησία στον πατέρα της, την πίστη και αφοσίωσή της στον Τριαδικό Θεό των χριστιανών, αλλά, και τη σφοδρή και πλήρη αντίθεσή της στους θεούς των ειδώλων. «Τετρωμένη του πόθου σου, ως νυμφίου Δέσποτα, τω γλυκυτάτω βέλει, η αθληφόρος Βαρβάρα άπασαν, πατρικήν αθεΐαν εβδελύξατο». Τροπάριο της γ' ωδής. Δηλαδή, πληγωμένη, Κύριε, με το γλυκύτατο βέλος της αγάπης Σου ως νυμφίου, η αθληφόρος Βαρβάρα σιχάθηκε (μίσησε) όλη την πατρική ασέβεια (την λατρεία των ειδώλων).
Ο Διόσκορος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ζήτησε, λοιπόν, από την κόρη του καθαρή ομολογία. Η Βαρβάρα δεν είχε κανένα λόγο να προσποιηθεί και να πει ψέματα. Είπε λοιπόν στον πατέρα της καθαρά, πως γνώρισε και αγάπησε τη χριστιανική πίστη, και πως, με την πίστη αυτή, γέμισε η διάνοιά της από φως, η καρδιά της από αγνότητα και το πνεύμα της από επανάπαυση.
Στο άκουσμα όλων αυτών ο Διόσκορος, ξέσπασε σε νευρικά γέλια. Ήταν δυνατό, η μονάκριβη κόρη του, το γέμισμα της καρδιάς του, η μοναδική του χαρά, το ίνδαλμά του, η μόνη του παρηγοριά, να γίνει χριστιανή; Οι υποψίες και οι φόβοι του βγήκαν αληθινοί; Δεν μπορούσε με τίποτα να το πιστέψει.
Γι' αυτό εξόρκισε τη Βαρβάρα, να αφήσει τα αστεία, και να τον ακολουθήσει την επομένη σε μια ειδωλολατρική τελετή.
Σε σέβομαι πατέρα και σε υπακούω, του είπε. Γνώριζε όμως, ότι οριστικά πια δεν έχω καμιά σχέση με την ειδωλολατρία, και το καθήκον μου απέναντι στο Χριστό, δεν μου επιτρέπει καμιά συμμετοχή και παρουσία στα πανηγύρια των ειδώλων. «Ου τρυφής ή τερπνότης, ουκ άνθος κάλλους πλούτος τε, ουχ ηδοναί νεότητος, έθελξάν σε Βαρβάρα ένδοξε, τω Χριστώ νυμφευθείσα καλλιπάρθενε». Τροπάριο της γ΄ ωδής της ακολουθίας της. Δηλαδή δεν σε έθελξαν ένδοξη Βαρβάρα ούτε η γλυκύτητα της απολαύσεως, ούτε η λάμψη της ομορφιάς και ο πλούτος, ούτε οι ηδονές της νεότητος, αφού είχες νυμφευθεί το Χριστό ωραία παρθένε.
Τη στιγμή αυτή ο Διόσκορος, βλέποντας την αμετάτρεπτη απόφαση της κόρης του, φούντωσε από το κακό του. Κορυφώθηκε ο ειδωλολατρικός φανατισμός του. ’δειασε η καρδιά του από κάθε πατρική στοργή και όλη η αγάπη του για τη Βαρβάρα μετατράπηκε σε λυσσαλέο μίσος. Την έβρισε σκαιότατα. Λησμόνησε πέρα για πέρα, ότι ήταν το σπλάχνο του. Με γεμάτα τα μάτια από χολή και την καρδιά του από φαρμάκι, σήκωσε το ξίφος του να την σκοτώσει.
Συγκρατήθηκε όμως. Και έδωσε εντολή να την περιορίσουν πολύ αυστηρά. Η σεμνότατη μάρτυς Βαρβάρα εμποδίζεται, περιωρισμένη τώρα μέσα στα σίδερα και κάτω απ' τα μάτια των φρουρών της, να εκτελέσει τα θρησκευτικά της καθήκοντα, και όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν υποχρεωμένη να ακούει ολόγυρά της βλασφημίες και κάθε είδους βρισιές κατά του Χριστού. Αυτή η φοβερή δυσκολία, την έβαλε σε σκέψη, να δραπετεύσει από τον πύργο. Έτσι και έγινε. Κατόρθωσε με τη βοήθεια κάποιας πιστής της υπηρέτριας, να δραπετεύσει και να καταφύγει στο πιο κοντινό όρος, ίσως στον Αντιλίβανο. Μόλις έφτασε εκεί, σήκωσε τα χέρια στον ουρανό, ζήτησε τη βοήθεια του Θεού, να τη γλυτώσει χέρια του τύραννου πατέρα της. Και ο θείος δημιουργός της δεν άργησε καθόλου να απαντήσει στην προσευχή της. Όπως άλλοτε, έσκισε μια πέτρα στα δύο και έκρυψε και διέσωσε την πρωτομάρτυρα Αγία Θέκλα, έτσι με όμοιο θαύμα έσωσε και, την ’για Βαρβάρα από τα φονικά χέρια του πατέρα της, που έτρεχε συνέχεια καταπάνω της να την συλλάβει. Να, πως διατυπώνει το θαύμα αυτό ο υμνογράφος της Αγίας στο β' τροπάριο της ε' ωδής: «Μανίαν δεινήν του πατρός εκκλίνουσαν, Βαρβάραν σχισθέν ευθύς υπεδέξατο, όρος ώσπερ πάλαι την αοίδιμον πρωτομάρτυρα Θέκλαν. Χριστού τερατουργήσαντος». Δηλαδή, την Βαρβάραν που προσπαθούσε να αποφύγει την φοβερή μανία του πατέρα της, την δέχθηκε αμέσως με το σχίσιμό του κάποιο βουνό, όπως έγινε παλιότερα με την περίφημη πρωτομάρτυρα Θέκλα, με θαύμα του Χριστού.
Και ενώ, από το θαύμα αυτό, την έχασε ο αιμοβόρος πατέρας της από τα μάτια του, δεν γύρισε πίσω, αλλά συνέχισε να ψάχνει για να την βρει. Καθώς έψαχνε, συνάντησε δυό βοσκούς. Έβοσκαν τα πρόβατά τους στον τόπο εκείνο, και τους ρώτησε, αν είδαν που κρύφτηκε μια νέα γιατί ήταν η κόρη του. Ο ένας βοσκός, άνθρωπος καλοκάγαθος, δεν θέλησε να γίνει προδότης, και δεν θέλησε να πει την αλήθεια. Δεν την είδα καθόλου, του είπε. Προτίμησε ο ευλογημένος να πει ψέμα, που θα ήταν σωτήριο, παρά αλήθεια βλαπτική. Ο άλλος βοσκός, άθλιος, πονηρός και απάνθρωπος, για να μη χάσει αμοιβή, που του υποσχέθηκε ο διώκτης πατέρας, δεν μίλησε μεν, αλλ' όμως με το δάκτυλό του, έδειξε στον Διόσκορο το σημείο, που με το θαυμαστό τρόπο κρύφτηκε η κόρη του. Κατά την παράδοση, η θεία Δίκη, τιμώρησε αμέσως τον προδότη βοσκό και μονομιάς τα πρόβατά του έγιναν κάνθαροι. Στο γεγονός αυτό, σίγουρα, οφείλεται και το ότι το Νοσοκομείο λοιμωδών νόσων, στην Αγία Βαρβάρα Δαφνιού, ονομάζεται «Κάνθαρος».
Η καταδίωξη του Διόσκορου πέτυχε.
Μετά από λίγο συνέλαβε την κόρη του. Δεν ήταν όμως πια πατέρας ούτε κατά ίχνος, αλλά σωστός τύραννος, γεμάτος παραφορά και μίσος και πάθος εκδικητικό. Λοιπόν, της λέγει, εξακολουθείς να επιμένεις; Η Αγία τον κοίταξε καλά καλά με λύπη και σταθερά του απάντησε. Δεν μπορώ πατέρα να αρνηθώ τον αληθινό Θεό. Τότε εκείνος την άρπαξε απ' τα μαλλιά, με μανία λιονταριού, την τίναξε πολλές φορές και με σφοδρή και βίαιη πτώση την έριξε κάτω στη γη. Για μια στιγμή τον κατάλαβε φονική ορμή, να την σκοτώσει με κλωτσιές, ή να της συντρίψει την κεφαλή με κάποια πέτρα. Συγκρατήθηκε όμως, σα να είχε κάποια ελπίδα. Έδωσε εντολή να τη σηκώσουν από κάτω. Την έπιασε με τα χέρια του, σύροντάς την βίαια, την οδήγησε
ξανά στον πύργο. Εκεί την έκλεισε σ' ένα μικρό δωμάτιο με σιδερένια κάγκελα και έβαλε φρουρούς να τη φυλάνε. Πέρασε έτσι ένας μήνας. Κάθε δυο μέρες ο Διόσκορος έπαιρνε μαζί του και έναν ιερέα της ειδωλολατρίας και προσπαθούσε να αλλάξει τη γνώμη της κόρης του. Η θεόκλητη όμως Βαρβάρα, δεν δεχόταν καθόλου να ακούσει τις ειδωλολατρικές διδασκαλίες και υποστήριζε αλύγιστα την πίστη της στο Χριστό και το Ευαγγέλιό του.
Όταν ο Διόσκορος διαπίστωσε, ότι, κι αυτή του η προσπάθεια, να μεταπείσει την κόρη του, απέβη άκαρπη, τότε την κατήγγειλε στον ηγεμόνα Μαρκιανό, με την κατηγορία, ότι βρίζει με σκαιότητα τα είδωλα, και τον εξόρκισε στη δύναμη των θεών τους, να μη την λυπηθεί καθόλου, αλλά να την βασανίσει με κάθε είδους βία και σκληρά βασανιστήρια, μέχρι θανάτου. Ο Μαρκιανός κάθισε στην έδρα του δικαστηρίου και έδωσε εντολή να φέρουν τη Βαρβάρα μπροστά του.
Όταν την είδε, με τόση καταπληκτική ομορφιά, μια νέα γεμάτη από ευγένεια και σεμνότητα, έμεινε εκστατικός και καταλήφθηκε από οίκτο. Μια τέτοια νέα, θα ήταν κρίμα να βασανιστεί και μάλιστα μέχρι θανάτου. Προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις, με συμβουλές, με υποσχέσεις και με απειλές να την πείσει να αρνηθεί το Χριστό, αλλά μάταια. «Λυπήσου τους γονείς σου», της είπε. Η ανδρόφρων Αγία δεν δελεάστηκε από τίποτα. Ούτε την τρόμαζε καμμιά απειλή. Ήλεγξε μάλιστα με δριμύτητα το ψεύδος των ειδώλων και υπεραμύνθηκε της αλήθειας του Χριστού. Είμαι χριστιανή απαντούσε, και δεν θα μπορέσει να με αλλάξει κανείς. Τότε ο Μαρκιανός, έξω φρενών, έδωσε εντολή, να αρχίσουν τα φοβερά βασανιστήρια. Μπροστά στα σκληρά και άπονα μάτια του πατέρα της, την γύμνωσαν, την χτύπησαν με σκληρά βούνευρα χωρίς έλεος, και για να την χάνουν να νοιώθει τους πόνους πιο δριμείς, έτριβαν τις πληγές της με τρίχινα ρούχα. «Αικισμοίς αφειδώς καταξαίνεσθαι, ράχεσι τριχίνοις εντόνως τε τρίβεσθαι δια Χριστόν η άμεμπτος», αναφέρεται στην Ακολουθία της, τροπάριο της στ' ωδής. Δηλαδή, η αθλήτρια παρέδωσε το σώμα της να κατασπαραχθεί με πάμπολλα βασανιστήρια και να τριφτεί δυνατά με τρίχινα κουρέλια. Και όλα αυτά τα υπέστη για το όνομα του Χριστού η άμεμπτη.
Τόση ήταν η μαστίγωση, που το άγιο εκείνο σώμα καταπληγώθηκε, και κατατρυπήθηκε, και από το άσπιλο αίμα των πληγών της κατακοκκίνησε το μέρος της γης, που τη βασάνιζαν. Μετά από πολύωρα και σκληρά βασανιστήρια την κλείσανε προσωρινά στη φυλακή, για να την ανακρίνουν και πάλι με την ελπίδα, ότι μια δεύτερη ανάκριση, και ένα πιο σκληρό μαρτύριο, θα την έκαναν να αλλάζει γνώμη, να αρνηθεί το Χριστό, να προσκυνήσει και να θυσιάσει στους ψευτοθεούς. Τα μεσάνυχτα, και ενώ η Αγία ήταν άγρυπνη και προσευχόταν, ξαφνικά το δεσμωτήριο καταφωτίστηκε από δυνατό και γλυκύτατο φως. Και ακούστηκε παρήγορη φωνή που έδινε θάρρος στην Αγία. Μονομιάς θεραπεύτηκαν όλα τα τραύματά της και η ψυχή και το σώμα της πήραν ουράνια βοήθεια και δύναμη. Η ομορφιά της έγινε ακόμα πιο λαμπρή, που κατέπληξε τους τυφλούς και αμετανόητους τυράννους της.
Και απ' αυτά τα ολοφάνερα σημεία του ουρανού, δυνάμωσε πιο πολύ η καλλίνικη Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, απόκτησε μεγαλύτερη καρτερία και υπομονή. Δεν ανησυχούσε για τίποτα. Ήξερε, ότι βαδίζει πολύ γρήγορα, για να φτάσει κοντά στο Νυμφίο της Χριστό, όπου, τις ψυχές δεν μπορεί να αγγίξει πια καμιά βάσανος.
Ένοιωθε αφάνταστα χαρούμενη. Χαιρόταν με τα παθήματά της και ένοιωθε βαθειά τη χάρη του ουρανού όχι μόνο να πιστεύει στο Χριστό, αλλά και να πάσχει για το Χριστό. Περίμενε με χαρά, σα να πήγαινε για γάμο, νέα βασανιστήρια, δριμύτερα και σκληρότερα από πριν.
Αρχίζει ο δικαστής τη δεύτερη εξέταση, όλοι, που ήταν στο δικαστήριο, όταν είδαν την πολυβασανισμένη Μάρτυρα υγιέστατη, χωρίς καμιά πληγή, έμειναν άφωνοι, αλλά και με το νου αφώτιστο. Ο άσεβής Μαρκιανός, τυφλός από την πλάνη των ειδώλων, προσπάθησε να πείσει την αγία, ότι οι θεοί του τη λυπήθηκαν και της γιάτρεψαν τις πληγές. -Οι θεοί σου είναι τυφλοί και αδύνατοι, όπως είσαι κι εσύ, και έχουν ανάγκη αυτοί απ' τους Ανθρώπους. Με θεράπευσε ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, που τα γεμάτα από το σκοτάδι της ασέβειας μάτια σου, δεν μπορούν να Τον δουν, να Τον γνωρίσουν, να Τον Αγαπήσουν, για να σε σώσει.
Στο άκουσμα των θαρραλέων αυτών λόγων της Αγίας, εξοργίστηκε ο Μαρκιανός τόσο, που ξεπέρασε σε θηριωδία και το λιοντάρι και την τίγρη, και έδωσε αμέσως εντολή, να της καταξεσχίσουν τις σάρκες με σιδερένια νύχια και με αναμμένες λαμπάδες να καίνε τα ξεσχισμένα μέλη της και να χτυπούν με σφυρί την κεφαλή της. Ο υμνογράφος της Ακολουθίας της στην ζ' ωδή διατυπώνει ως εξής το φρικτό αυτό βασανισμό: «Πληγαίς αφορήτοις σου καταξανθέντος, του σώματος όλου τε, βαφέντος εν αιμάτων ροαίς, λαμπάσιν υπέμεινας, φλογιζομένη πλευράς, μάρτυς παναοίδιμε, Χριστω ευχαριστούσα, Βαρβάρα ένδοξε». Δηλαδή, ενώ με αφόρητα κτυπήματα είχε καταξεσχισθεί όλο σου το σώμα και είχε βαφτεί με τις ροές των αιμάτων, έδειξες υπομονή και όταν έκαιγαν με λαμπάδες τις πλευρές σου, ονομαστή μάρτυς, ευχαριστώντας τον Χριστό ένδοξη Βαρβάρα.
Στο σημείο αυτό του υπερθηριώδη αυτού βασανισμού, παρουσιάζεται και δεύτερη του Χριστού Μάρτυς. Είναι η θεοσεβής και ενάρετη Ιουλιανή. Η αγαθή Ιουλιανή, ήταν χριστιανή από πολύ καιρό. Παρακολουθούσε απ' την αρχή τα μαρτύρια της Αγίας Βαρβάρας. Είδε και έμαθε για όλα τα θαύματα που έκανε ο Χριστός επάνω της. Τώρα όμως, βλέποντας εκείνο το μαρτύριο, βλέποντας να τρέχει άφθονο το αίμα της Αγίας από όλο το σώμα και την κεφαλή της, δεν άντεξε η καρδιά της τον πόνο, και άρχισε να κλαίει γοερά και απαρηγόρητα.
Όταν την είδε ο Μαρκιανός να κλαίει, τη ρώτησε ποιά είναι.
- Είμαι χριστιανή, του απάντησε, και κλαίω από αγάπη και πόνο για τα μαρτύρια της καλλιπάρθενης Βαρβάρας. Αμέσως ο ασεβής διέταξε να κρεμάσουν την Ιουλιανή κοντά στη Βαρβάρα, να της ξεσχίσουν και αυτής τις σάρκες και να τις καίνε με αναμμένες λαμπάδες. Βλέποντας ο σκληρόκαρδος εκείνος τύραννος την υπομονή και αντοχή και των δύο Μαρτύρων γυναικών, στα τόσα και τέτοια βασανιστήρια, διέταξε να κόψουν τους μαστούς και των δύο· «ω της απανθρώπου τε και αναλγήτου, τυράννων ωμότητος, και πλείστης αθεότητος! μαστούς γαρ της μάρτυρος, ως εν μακέλλω δεινώς, ξίφεσι κατέτεμνον...», έτσι περιγράφει ο υμνογράφος της το γεγονός σ' ένα τροπάριο της ζ' ωδής. Δηλαδή, ω απάνθρωπη και άπονη σκληρότητα και Υπερβολική ασέβεια των τυράννων. Σα να βρισκόντουσαν σε κρεοπωλείο απέκοψαν τελείως με ξίφη τους μαστούς της μάρτυρος, η οποία προσήλωνε το νου της στο ζωοδότη Χριστό. Ούτε όμως η αποκοπή των μαστών των δύο γυναικών μπόρεσε να αλλάξει την απόφασή τους, να μαρτυρήσουν και να υποστούν τα πάντα για την αγάπη του Χρίστου.
Αφού είδε ο τύραννος να υπομένουν και αυτή την τρομερή βάσανο διέταξε, την μεν Ιουλιανή να την βάλουν στη φυλακή, την δε Βαρβάρα, να την ξεγυμνώσουν τελείως, να την γυρίζουν σε όλη την πόλη γυμνή, συνάμα δε και να την δέρνουν συνεχώς. Μ' αυτόν τον τρόπο θέλησαν να την πληγώσουν πιο πολύ, και να εκθέσουν τη σεμνότητα αυτής της παρθένου, της κόρης, της οσίας, που όπως λέγει, ο ’γιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο εγκώμιό του, για την Αγία, «ουδέ αυτός ο ήλιος ηδυνήθη πρότερον να απολαύση κατά κόρον». Στο άκουσμα του χειρότερου αυτού, για την Αγία μαρτυρίου, το πρόσωπό της κατακοκκίνησε και φρίκη πέρασε το πνεύμα της. Αλλά ω Κύριε, Κύριε, σ' Εσένα η Βαρβάρα αφοσιώθηκε με όλη τη διάνοια, την ψυχή, την καρδιά και τη δύναμή της. Για Σένα αψήφισε τα πάντα, και γονείς, και νεότητα, και ομορφιά, και πλούτη και μνηστείες, και αναπαύσεις και απολαύσεις κοσμικές. Εσύ που τροφοδοτείς και κυβερνάς τα πάντα και προνοείς για τα λουλούδια και τα πετεινά του ουρανού. Εσύ, που είπες, ότι δεν πέφτει ούτε μια τρίχα από τους πιστούς Σου, χωρίς να το θελήσεις. Εσύ, που γνωρίζεις τα πάντα και ερευνάς καρδιές και νεφρά των ανθρώπων. Εσύ, εισάκουσε και την προσευχή, την θερμή και ολόψυχη, της γενναίας αθλήτριας και πιστής δούλης Σου Βαρβάρας, και μην αφήσεις να εκτεθεί το αγνό και παρθένο εκείνο σώμα της. Μην αφήσεις, Δίκαιε, να πραγματοποιηθεί αυτό που με σατανική έμπνευση της προετοιμάζουν, να την εκπομπεύσουν δηλαδή και να την θεατρίσουν δημόσια. Κι αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος, Κύριε, να την διαφυλάξει, κόψε μονομιάς το νήμα της ζωής της, και γλύτωσέ την. Ο γεμάτος αγάπη Θεός, δεν αργοπόρησε καθόλου, άκουσε αμέσως την προσευχή της, και ω του θαύματος, ενώ της αφαιρούσαν τα ρούχα, η γύμνωσή της δεν φαινόταν. Κατά τρόπο ανεξήγητο άλλα ρούχα, πιο ωραία αντικαθιστούσαν εκείνα που με λυσσώδη μανία της αφαιρούσαν και ξέσχιζαν. Ο ’γιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διατυπώνει το θαύμα ως εξής: «Χάριτος περιβολή όλην ο Χριστός περιστείλας την οικείαν αθλήτριαν, την θέαν τοις αισχροίς και ασελγέσι και μυσαροίς διετείχωσε και άπρακτον αυτών την επίνοιαν δέδειχε και της προσδοκίας παρέσφηλεν».
Δηλαδή αφού ο Χριστός περιτύλιξε τη δική Του αθλήτρια με το ένδυμα της χάριτος, εμπόδισε σαν με τείχος το θέαμα, (της γυμνώσεως), από τους αισχρούς και ακόλαστους και ακάθαρτους, και απόδειξε τη σκέψη τους ανώφελη, και έκανε να χαθεί η ανίερη ελπίδα τους για το θέαμα.
Για το ίδιο θαύμα ο Συμεών ο Μεταφραστής γράφει: «αόρατον στολήν αυτή περιέθηκε». Ο Χριστός δηλαδή, για να σκεπάσει και προστατεύσει τη σεμνότητα και αγνότητα της καλλινίκου Μάρτυρος Του, την περιέβαλε με στολή που δεν φαινόταν. Να πως ο υμνογράφος συνθέτει αυτό το θαυμαστό γεγονός σε ένα τροπάριο της η' ωδής: «’γγελος φαιδρός, στολήν φωτοειδή σε, δια Χριστόν γεγυμνωμένην σεμνή, Βαρβάρα ημφίασε, και ως νύμφη περιήγαγε. Τα πάθη τη εσθήτι γαρ, μάρτυς συνεξεδύσω, θείαν εκστάσα αλλοίωσιν». Δηλαδή, λαμπρός άγγελος σε έντυσε Βαρβάρα με φωτεινή στολή, εσένα που σε είχαν γυμνώσει για το όνομα του Χριστού οι δήμιοι, και σε παρουσίασε σα νύμφη. Τα πάθη βέβαια μαζί με τα ενδύματα τα πέταξες μάρτυς και υπέστης θεία αλλαγή.
Ποιό ήταν το αποτέλεσμα όλου αυτού του δράματος; Ανίκανος, τυφλωμένος απ' το σκοτάδι της ειδωλολατρίας ο Μαρκιανός, δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει όλα εκείνα τα θαυμάσια και υπερφυσικά, που είδαν τα μάτια του, και να δει το φως το αληθινό, αλλά πωρώθηκε και σκληρύνθηκε πιο πολύ, και φρυάττοντας με τρομακτική λύσσα, πιο μεγάλη κι από την τίγρη, έδωκε πρόσταγμα, να θανατωθούν και οι δύο γυναίκες, με αποκεφαλισμό δια ξίφους, και η Βαρβάρα και η ομόφρων αυτής Ιουλιανή. Σε όλες αυτές τις τιμωρίες και τους βασανισμούς που υπέστη η ’για, ένδοξη και μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, ήταν μπροστά και ο τυφλός από το πάθος και άσπλαχνος πατέρας της Διόσκορος. Όχι μόνο δεν πόνεσε αλλ' ούτε καν λυπήθηκε την κόρη του ο υπερθηριώδης. Δεν χόρτασε η αιμοβόρα καρδιά του από όλα εκείνα τα κολαστήρια και τους ξεσχισμούς της σάρκας, που δοκίμασε αλύγιστα η Αγία, αλλά νόμισε, ότι θα τον κατηγορούσαν, σαν άνανδρο, και με αδύνατη ψυχή, αν άφηνε να θανατώσει άλλος την κόρη του.
Και έτσι, μόλις ο δικαστής έβγαλε την καταδικαστική απόφαση, άρπαξε σα λυσσασμένο λιοντάρι την κόρη του για να την οδηγήση στον τόπο του αποκεφαλισμού και να τη φονεύσει ο ίδιος με τα καταραμένα χέρια του. Η Αγία, χωρίς να του καταλογίσει καθόλου την τόση σκληρότητά του είπε με πολλή συμπάθεια και τρυφερότητα: «πατέρα μου»! Ω λόγια, χειρότερα από ξίφος και λόγχη! Ω και τι δεν κρύβουν μέσα τους αυτά τα λόγια! Κρύβουν τη λύπη της για το κατάντημά του, που ύστερα από τόσα υπερφυσικά που είδαν τα μάτια του, δεν συνήλθε, να πιστέψει και αυτός στο Χριστό και να σωθεί. Αλλά ακόμα πιο πολύ και κυρίως κρύβουν τη συγγνώμη και την αγάπη, τη συγχώρηση στο φονιά πατέρα. Εδώ είναι η άφθαστη τελειότητα της ’γιας.
Είναι η εφαρμογή της τρομερής εκείνης διακήρυξης του Χριστού και το πρωτάκουστο μήνυμά του πάνω στη γη: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Όσο κι αν είναι πολύ στενό το μονοπάτι της συγγνώμης όμως είναι και το πιο μεγάλο κατόρθωμα στη ζωή και η πιο μεγάλη νίκη και τελειότητα. Δεν υπάρχει πιο βασικό καθήκον χριστιανού ανθρώπου, ούτε και γνώρισμα άλλο, αληθινού χριστιανού από το να συγχωρεί και τους εχθρούς του ακόμα. Ψάξτε σ' όλη τη γη, δεν θα βρήτε άλλο τέτοιο πραγματικό συμφέρον, που να είναι μοναδικό και στον ουρανό. Η συγχώρηση, είναι ο πιο βαρύς, άλλα και ο πιο ωραίος Σταυρός, που συμβολίζει την αποτελεσματικότερη θυσία. Ο άνθρωπος που δεν συγχωρεί, αλλά έχει κακία και ζητά εκδίκηση, είναι απαίσιος και σκοτεινός σαν το διάβολο. Τα εγνώριζε πολύ καλά όλα αυτά η Αγία. Έβλεπε τον πατέρα της εχθρό της αγάπης και της ειρήνης, γη έρημη από καλωσύνη, και άγονη από φιλανθρωπία. Τον έβλεπε, ότι είχε καρδιά από γρανίτη και ψυχή από μάρμαρο. Γι' αυτό, αντί να του μιλήσει με πολλά λόγια, που θα πήγαιναν χαμένα, του είπε μονολεκτικά αυτό το συγκλονιστικό «πατέρα μου»! Στο άκουσμα αυτό ο Διόσκορος, ταράχτηκε, σα να τον πλήγωσε κάτι. Εγώ πατέρας σου; της είπε απειλητικά. Δεν έχεις τίποτα το κοινό μαζί μου, και η ψυχή μου, δεν τρέφει τίποτα άλλο για σένα, άθλια, παρά μόνο μίσος. Και για να ξεπλύνω το κακό που έκαμα με το να σε γεννήσω θα σε θανατώσω εγώ με τα ίδια μου τα χέρια. Αυτή θα είναι και η μόνη μου ευτυχία να σου αφαιρέσω εγώ ο ίδιος τη ζωή, που σου είχα δώσει. Ω πώρωση ψυχής, αναλγησία και αμετανοησία καρδιάς! Κάθε μέρα θα πρέπει να λέει ο άνθρωπος, Θεέ μου φώτιζε το μυαλό μου να μην πωρωθώ.
Αφού έφθασαν στον τόπο του αποκεφαλισμού, η ανδρόφρων, Αγία Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, έκλινε την ιερή της κεφαλή, μπροστά στο ξίφος του πατέρα της και δέχθηκε το μαρτύριο και το στεφάνι της άθλησης, την δε Ιουλιανή, την ίδια ώρα, την αποκεφάλισε ο δήμιος. Και οι δύο, στεφθήκανε με το μαρτυρικό, αμαράντινο της δόξας στεφάνι, από τον δίκαιο επαινέτη και δωρεοδότη Κύριο.
Στην ιστορία των ανθρώπων σπάνια συναντά κανείς τέτοια θηριωδία πατέρα, σαν αυτή που έδειξε ο παιδοκτόνος πατέρας της Αγίας και πανσεβάσμιας Βαρβάρας. Γι' αυτό, και δίκαια ικανοποιείται η συνείδηση κάθε αληθινού χριστιανού, στην ιστορική πληροφορία, ότι μετά το φόνο της κόρης του ο Διόσκορος και μόλις άρχισε να κατεβαίνει από το όρος της σφαγής, ο θεία Δίκη, η πάντοτε άγρυπνη, τιμώρησε παραδειγματικά τον άσεβή και, αιμοβόρο εκείνο παιδοκτόνο, κατακαίοντας αυτόν με κεραυνό, που κατέπεσε απ' την οργή του ουρανού, σε τέτοιο σημείο, που δεν βρέθηκε ούτε ίχνος απ' το βρωμερό εκείνο σώμα του. Λέγεται μάλιστα, ότι η λάμψη του κεραυνού εκείνου, έφθασε μέχρι το μέγαρο του Μαρκιανού, σαν προειδοποίηση, συμβολική μεν, αλλά σίγουρη, της άυλης εκείνης φωτιάς, που επρόκειτο να τον κατακαίει αιώνια. Κατά την παράδοση κάποιος ευσεβής χριστιανός, Ουαλεντίνος ονομαζόμενος, πήρε τα ιερά σώματα των δύο Μαρτύρων γυναικών, τα μετέφερε στο χωριό Γελασσό, οπού τα ενταφίασε με κάθε ιεροπρέπεια. Λείψανο της Κάρας της Αγίας φυλάσσεται σε Ιερά Μονή των Μετεώρων.
Η Αγία Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμην των δύο Μαρτύρων γυναικών στις 4 Δεκεμβρίου, που είναι και η ήμερα του μαρτυρίου τους.
«Ξίφει πατήρ θύσας σε, μάρτυς Βαρβάρα, υπήρξεν άλλος Αβραάμ διαβόλου». Οι στίχοι αυτοί είναι από το Συναξάρι της Αγίας και αποτελούν μια έκφραση καυτηριασμού του παιδοκτόνου πατέρα, από την εκκλησιαστική μας ποίηση.
Οι ιστορικές πηγές διέσωσαν τρεις ευχές, που η Αγία Βαρβάρα είπε στο θεό, πηγαίνοντας να μαρτυρήσει. Οι ευχές αυτές υπάρχουν, οι δύο πρώτες στο θαυμάσιο εγκώμιο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού στην Αγία Βαρβάρα, που το έπλεξε τον 8ο αιώνα, και η τρίτη υπάρχει στο βίο της Αγίας κατά Συμεών τον Μεταφραστήν τον 10ο αιώνα.



Αντιαιρετικά: Εκκλησία κι Αγία Γραφή (α΄)

Η Εκκλησία γέννησε την Αγία Γραφή. Αυτή είναι το περιέχον. Αυτή εγγυάται για τη θεοπνευστία της Γραφής. Αυτή κατοχυρώνει το κύρος της ...