Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Παραπονιέσαι ότι δεν σου συμπεριφέρονται καλά αυτοί με τους οποίους συναναστρέφεσαι (Γέροντας Γερμανός Σταυροβουνιώτης)


Παραπονιέσαι ότι δεν σου συμπεριφέρονται καλά αυτοί με τους οποίους συναναστρέφεσαι.

 Άκου τη συμβουλή μου: Εάν κάποιος δεν σου συμπεριφέρεται καλά, εσύ να του συμπεριφέρεσαι με καλωσύνη. Όλη η υπόθεση θέλει ταπείνωση. 

Ας πούμε ένα παράδειγμα: Σου λέγει κάποιος πως η δουλειά σου δεν είναι καλή. Να του πης: “Ευχαριστώ, που με συμβουλεύεις. Βοήθησε με να γίνω καλύτερος. Λέγε μου τα λάθη μου, για να τα διορθώσω”. Να δέχεσαι απ’ όλους συμβουλές, από ταπείνωση όμως και όχι από δειλία. Έτσι θα διατηρής στην ψυχή σου την ουράνια χαρά και την ειρήνη.Σου είπε ο αδελφός σου ότι είσαι ύπουλος! Πάρε το για αστείο, και μη σου κακοφανεί! Αλλά, κι άν ακόμη το εννοούσε, σε ερωτώ: Μήπως στην πραγματικότητα δεν είμαστε όλοι ύπουλοι; Ποιός μπορεί να ισχυρισθεί πως είναι παντού και πάντοτε ευθύς και ειλικρινής; Πες ότι σου το είπε αυτό ο αδελφός σου κατά παραχώρηση Θεού, για να ταπεινωθείς και να διορθωθείς. Και εσύ να νοιώθεις όχι αντιπάθεια, αλλά αγάπη και ευγνωμοσύνη για τον αδελφό σου, που, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, σε βοηθά να διορθωθείς και να σωθείς! 

Όταν σε λυπούν ή όταν σε προσβάλλουν, τότε να ενθυμήσαι τα Πάθη του Κυρίου μας: Όταν τον ύβρισαν, αυτός δεν ύβριζε, όταν τον ειρωνεύονταν, αυτός δεν ειρωνευόταν, όταν τον κτυπούσαν, αυτός δεν κτυπούσε, όταν τον κακολογούσαν, αυτός δεν κακολογούσε, αλλά σ’ όλα αυτά ανταποκρινόταν με ηρεμία: “Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού” (Ιω. ιη’ 23). Και προσευχόταν για τους σταυρωτές Του. 

Να ζούμε, όπως έζησε ο Χριστός, δηλαδή με ταπείνωση, με υπακοή, με ανεξικακία. Να φροντίζουμε να Τον μιμούμαστε, όσο γίνεται, σε όλα. Μετά χαράς να βαδίζουμε τη στενή και τεθλιμμένη οδό, και να μισούμε τον φαρδύ και αστόχαστο βίο.Πρόσεξε να μη σου κακοφαίνεται, όταν σου πουν λόγο σκληρό. Οι λόγοι οι σκληροί, οι υβρισιές, οι καταφρονήσεις απαλλάτουν τον άνθρωπο από τους κακούς λογισμούς, και μάλιστα τους αισχρούς. Τον απαλλάτουν απ’ όλα τα πάθη, αρκεί να υπομένει.Αν σε κοροϊδεύουν, εσύ κάνε καλούς λογισμούς, παίρνε το π.χ. για αστείο, και έτσι φεύγει εύκολα η παρεξήγηση και το σκάνδαλο.Ο Κύριος μακαρίζει τους πραείς. Λέγει ότι “αυτοί κληρονομήσουσι την γην” (Ματθ. ε’ 5). Αυτός, που είναι πραγματικά πράος, όχι μόνο εξωτερικά δεν οργίζεται, αλλ’ ούτε και μέσα στην ψυχή του. Την ώρα του παροξυσμού να προτιμάς τη σιωπή, την προσευχή και τη φυγή, και ποτέ σου δεν θα το μετανοιώσης.

Πολλοί οργίζονται όχι μόνον εναντίον ανθρώπων, αλλά και εναντίον αψύχων πραγμάτων, και αρχίζουν να σπάνε αντικείμενα και να χτυπούν τα ζώα, που νομίζουν ότι τους έφταιξαν. Όμως ο αληθινά πράος και ανεξίκακος δεν οργίζεται με τίποτε και είναι πάντοτε ειρηνικός. Το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί μέσα στην ψυχή του.Η πραότης, όταν είναι κατά Θεόν, δεν είναι ούτε δειλία, ούτε αδυναμία, αλλά είναι δύναμη πνευματική και πίστη στον Θεό αληθινή.Ο πράος παραμένει ανεπηρέαστος στον νου και στην καρδιά του. Δεν ταράσσεται, ούτε όταν τον κατηγορούν, ούτε όταν τον επαινούν ούτε όταν τον υπολογίζουν, ούτε όταν τον αγνοούν, ούτε όταν τον εξυψώνουν, ούτε όταν τον ταπεινώνουν. Αυτή όμως η αρετή είναι καρπός μεγάλης πίστης στον Θεό, βαθιάς ταπείνωσης και καθαρής προσευχής. Ο πράος επηρεάζει και τους άλλους γύρω του. Ειρηνεύει αυτούς, που διαπληκτίζονται, γαληνεύει αυτούς, που έχουν ταραχή και σύγχυση.
proskynitis.blogspot.gr

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Η ναρκομανής κοινωνία μπορεί να μας σώσει από τα ναρκωτικά;

Πόσοι νέοι ναρκομανείς άρχισαν τα ναρκωτικά, ενώ ζούσαν μια ζωή προσφοράς και αγάπης προς την κοινωνία; Βεβαίως, κανείς. Αν  ήμασταν κτηνοτρόφοι και νοιαζόμασταν για τα μοσχάρια μας που ψοφούν, θα είχαμε βρει κιόλας τη θεραπεία. Κι όμως, μια τόσο απλή, απλούστατη και προφανής αλήθεια δεν την δεχόμαστε και την αποσιωπούμε. Οι πολιτικοί μας αποσιωπούν την αλήθεια, γιατί έχει πολιτικό κόστος, και όλοι μας γιατί έχει προσωπικό κόστος. Δεν είναι λίγο πράγμα να μετανοήσεις για τις αμαρτίες σου, να αποφασίσεις να γεράσεις με την ίδια γυναίκα πλάι σου, να ξυπνάς πρωί-πρωί την Κυριακή να πηγαίνεις στην Εκκλησία, να σταματάς μπροστά στους ζητιάνους, να κάνεις την προσευχή σου σαν παιδάκι, να καλοδέχεσαι όσα παιδιά σου δίνει ο Θεός, να ανέχεσαι τους γέρους γονείς σου στο σπίτι, να μη μεθάς, να μη χαρτοπαίζεις, να νηστεύεις, να σταυροκοπιέσαι  όταν περνάς έξω από μια Εκκλησιά, να περιμένεις τα παιδιά σου το βράδυ και να σε βρίσκουν στο σπίτι. Λίγα ακόμη χρειάζονται για να συνθέσουν την εικόνα ενός ντεμοντέ τύπου, που κάθε μοντέρνος άνθρωπος δεν αντέχει να τον υποδυθεί. Να δώσω, σου λέει, ένα ποσό, και μεγάλο ακόμα, για τα παιδιά μου το αντέχω, όχι όμως  και να μεταμορφωθώ σε κοσμοκαλόγερο και να μη χαρώ τη ζωή μου, για να γίνει το παιδί μου ευτυχισμένο και καλό.....
          Κ. Γανωτής, “ πειραϊκή ΕΚΚΛΗΣΙΑ”, τ. 116

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Η Ενορία μας της Αγίας Βαρβάρας στην Ι. ΜΟΝΗ Παναγίας της Προυσιώτισσας


Την Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου, ένας ευάριθμος αριθμός ενοριτών μας βρέθηκε στην ορεινή και όμορφη Ευρυτανία με απώτερο σκοπό το προσκύνημα στην Ιερά Μονή της Υπεραγίας Προυσιωτίσσης, όπου φυλάσσεται η εφέστια θαυματουργική εικόνα της Θεοτόκου.

          Μετά από μια διαδρομή δύσκολη μεν, αλλά ευχάριστη και απολαυστική και διασχίζοντας οδικώς, έστω και αγκομαχώντας, τις ορεινές και καταπράσινες ελατοσκεπείς  οροσειρές, φθάσαμε στην Ι. Μονή, όπου εκτός από μας υπήρχαν κι άλλοι προσκυνητές, για να ασπασθούν  το θαυματουργό αυτό κειμήλιο της χριστιανοσύνης.

          Τελέσαμε με την πρέπουσα ευλάβεια και κατάνυξη  παράκληση προς την Υπεραγία Θεοτόκο “υπέρ υγείας και θείας βοηθείας πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, των ευλαβών προσκυνητών και των ενοριτών μας” και των κατ’ όνομα μνημονευθέντων αδελφών μας και γενικά υπέρ ειρηνεύσεως του σύμπαντος κόσμου.

          Μετά  το πέρας της Ι. Παρακλήσεως και το προσφερθέν καθιερωμένο μοναστηριακό κέρασμα,επισκεφθήκαμε το μουσείο της Ι. Μονής στο οποίο φυλάσσονται αξιόλογα εκθέματα θρησκευτικού, πολιτιστικού και εθνικού περιεχομένου. Ανάμεσα σ’ αυτά υπάρχουν και τα άρματα του γνωστού και γενναίου οπλαρχηγού της ελληνικής επαναστάσεως Γεωργίου Καραΐσκάκη, του οποίου η ζωή και η δράση συνδέεται στενά με την ιστορία της Μονής.

          Μετά το προσκύνημα και την περιήγηση στους χώρους της Ι. Μονής συνεχίσαμε την πορεία μας μέσα από γοητευτικό φυσικό περιβάλλον, που κυριαρχούσε η ομορφιά της ελάτης, μέχρι που φθάσαμε για το μεσημεριανό γεύμα στον παραδοσιακό οικισμό των Κορυσχάδων Καρπενησίου, που θύμιζε λίγο πολύ μια μικρή Ελβετία. Την ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος συμπλήρωνε η ευγένεια των επαγγελματιών εστίασης με τα φρέσκα και παραδοσιακά εδέσματα τους.

          Η στάση μας εκεί ήταν μια ανάσα ανακούφισης μετά από το πολύωρο ταξίδεμά μας.

          Ερχεται όμως και η ώρα της επιστροφής, αφού προηγουμένως επισκεφθήκαμε και την Ι. Μονή της Αγίας Παρασκευής στην περιοχή του Θέρμου, στην πατρίδα του πατροΚοσμά, αυτού του μεγάλου διδάχου του Γένους. Εκεί φυλάσσονται λείψανα της αγίας Παρασκευής τα οποία ασπαστήκαμε και ακόμη υπάρχει εκεί “Κρυφό Σχολειό” με κέρινα ομοιώματα, τα οποία μας φέρνουν στην εποχή της μαύρης σκλαβιάς της τουρκοκρατίας.

          Τις βραδυνές ώρες επιστρέψαμε στη βάση μας γεμάτοι βιώματα και ευλογίες από τη χάρη των αγίων μας  και την αγάπη του Θεού.



          Πρωτ. Γερ-Αγγ. Σταν.











Πως να προσερχόμαστε στη Θ. Κοινωνία



Για να προσερχόμαστε άξια στη Θ. Κοινωνία, πρέπει πρώτα-πρώτα να καθαριζόμαστε από τ’ αμαρτήματά μας με την Εξομολόγηση. Ύστερα, όταν πλησιάζουμε στο άγιο Ποτήριο, να έχουμε πίστη, φόβο Θεού και συντετριμμένη καρδιά. Να μην νιώθουμε υπεροχή απέναντι στους άλλους, που δεν κοινωνούν, αλλά να είμαστε πλημμυρισμένοι από αισθήματα αυτοκατακρίσεως. Πάνω απ’ όλα, όμως, πρέπει να υπάρχουν ακατάπαυστα μέσα μας η επιθυμία και ο ζήλος της ευαρεστήσεως του Θεού, όχι του εαυτού μας. Γιατί είναι δυνατόν, ακόμα κι όταν κάνουμε το καλό, να ικανοποιούμε τον εαυτό μας.

          Οσίου Θεοφάνους  του Εγκλείστου

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τί είναι η εκκλησιαστική υπακοή και ο σεβασμός στην Εκκλησία;


Όταν ο Άγιος Συμεών, αποφάσισε να υποβληθεί σε σκληρότερη άσκηση, ανέβηκε πάνω σε έναν στύλο και έμενε εκεί, πράγμα πού ήταν πρωτοφανές και πρωτότυπο για την εποχή του.Οι πατέρες τότε σκανδαλισμένοι για την πρωτότυπη καινοτομία και το υπερβάλλον της ασκήσεως, σκέφτηκαν να τον αφορίσουν από την Εκκλησία και να καταδικάσουν την πράξη του.Οι γεροντότεροι όμως τους συμβούλεψαν, να πάνε να τον νουθετήσουν εν ειρήνη και να του ζητήσουν να αφήσει την ζωή του στυλίτη και να προσαρμοστεί στο μέτρο της εκκλησιαστικής άσκησης.Αν το δέχοταν αυτό με ευχαρίστηση, θα αποκαλύπτοταν η ταπείνωση του και πώς αυτού του είδους η άσκηση δεν ήταν διαβολική, αλλά ήταν εκ Θεού. Αντίθετα αν συναντούσαν άρνηση και διαμαρτυρία από τον Συμεών, θα καταλάβαιναν πώς τέτοιου είδους άσκηση, ήταν ζήλος αλαζονείας και να καταδίκαζαν την στάση του.Πράγματι, οι αββάδες πλησίασαν τον άγιο Συμεών και εν ονόματι της εκκλησιαστικής υπακοής του ζήτησαν να εγκαταλείψει τον στύλο αμέσως.Ο άγιος, χωρίς γογγυσμό, αντίδραση και χωρίς να ξεστομίσει καν λόγο, χαμήλωσε τα μάτια, τους έβαλε μετάνοια και άρχισε να κατεβαίνει από τον στύλο.Τότε εκείνοι του είπαν να παραμείνει εκεί, μακάρισαν την άσκηση του, του εξήγησαν πώς είχε η δοκιμασία και ανεχώρησαν χωρίς να τον ξαναενοχλήσουν.

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Και η εθνική συνείδηση; Τ.Θεοδωρόπουλος


«Σαν μέλη του λαού αυτού, ανήκουμε στην Ευρώπη γεωγραφικά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, συμμετέχουμε στη ζωή της, πάσχουμε μαζί της, χανόμαστε μαζί της και σωζόμαστε, αν σωζόμαστε, πάλι μαζί της». Το γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς, στο κείμενό του «Εθνική Συνείδηση», γραμμένο τη δεκαετία του ΄40. Ειρήσθω εν παρόδω: καλό απόσπασμα για θέμα έκθεσης ιδεών στις επόμενες πανελλαδικές. Καλό ακόμη και για διαγωνισμό έκθεσης ιδεών στους τριακόσιους εθνοπατέρες. Θα γελάμε για καιρό. Ο Θεοτοκάς, από την άλλη πλευρά, όχι μόνον παραδέχεται την ύπαρξη της «πολυσύνθετης και πλατύχωρης ιδιαίτερης παράδοσής μας», αλλά την επεξεργάζεται και στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Αποδέχεται ακόμη και τις πιο κλειστοφοβικές πτυχές της, όπως είναι η Ορθοδοξία, που οι σημερινοί ευρωπαϊστές την απορρίπτουν σε αγαθή σύμπνοια με την Αριστερά. Και δεν θεωρεί σε καμιά στιγμή ότι η «ιδιαιτερότητά» μας συγκρούεται με την Ευρώπη. Το αντίθετο μάλιστα.

Κατ’ αρχάς, να σημειώσω ότι ο συγγραφέας γράφει έχοντας πλήρη συνείδηση ότι οι μεγάλοι πυλώνες που οργάνωσαν την Εθνική Συνείδηση του σύγχρονου ελληνισμού έχουν ηττηθεί. Ηττήθηκε η Μεγάλη Ιδέα, απέτυχε η προσπάθεια του Μεταξά για τη δημιουργία του Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού, η κοινότητα που δημιουργήθηκε την 28η Οκτωβρίου πνίγηκε στο αίμα του Εμφυλίου μερικά χρόνια μετά. Στην πραγματικότητα, όταν ο Θεοτοκάς μιλάει για την Ευρώπη δείχνει τον νέο ισχυρό πυλώνα της Εθνικής Συνείδησης. Τι μεσολάβησε από τη δεκαετία του πενήντα έως σήμερα; Πώς η Εθνική Συνείδηση παραδόθηκε άοπλη και ανυπεράσπιστη στους αμόρφωτους σαλεμένους του εθνικολαϊκισμού; Πώς από έρεισμα συλλογικής δημιουργίας έγινε μούντζα, βρισιά, ανάθεμα, καβγάς για τους σημαιοφόρους στα δημοτικά;Πρώτα πρώτα, επί μακρόν έζησε κι αυτή στην παρανομία. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης η διανόηση, γαλλικής κοπής ως επί το πλείστον, την είχε αντικαταστήσει με τα μεγάλα θέματα της νεωτερικότητας, όπως η ταξική συνείδηση, η κοινωνική συνείδηση ή η πολιτική συνείδηση. Δεν τους αφορούσε η γλώσσα, όπως δεν τους αφορούσε και η ιδιαίτερη παράδοση, διότι δεν έβρισκαν σχετικές αναφορές στα κείμενα του Αλτουσέρ ή του Μπουρντιέ. Οι μικρές παρέες των φιλελεύθερων, αγγλοσαξονικής κοπής αυτοί, θεωρούσαν ότι ήταν εμπόδιο στο μεγάλο κοκτέιλ πάρτι της παγκοσμιοποίησης.Ο λεγόμενος πνευματικός μας κόσμος ηττήθηκε διότι δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί την ευρωπαϊκή μας ένταξη ως δυναμική της Εθνικής μας Συνείδησης. Την άφησε στο έλεος των λογιστών. Εξ ου και η σημερινή του αλαλία.
Καθημερινή

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Γυναίκες θύματα της βίας


Ποιός θα το περίμενε σήμερα οι γυναίκες να πέφτουν θύματα βίας και ξυλοδαρμού όχι μόνο μέσα στο σπίτι τους, αλλά και έξω από αυτό; “Ανακοίνωση σχετικά με το γνωστό βίντεο από το Καλλιμάρμαρο όπου ένας άνδρας εμφανίζεται να χτυπά τη γυναίκα του μπροστά στα έκπληκτα μάτια δεκάδων θεατών, εξέδωσε η γενική γραμματεία ισότητας των φύλων εκφράζοντας “αποτροπιασμό για τον δράστη που θεωρεί δικαίωμά του να κακοποιεί σωματικά και λεκτικά τη γυναίκα του” (Καθημερινή 15. 7. 2017). Δηλαδή παρά τις μεγαλαυχίες μας για τον πολιτισμό μας, έχουμε επιστροφή στην προχριστιανική εποχή της περιφρονήσεως και τυραννίας των γυναικών.

          Εκεί δυστυχώς οδηγεί η παλιά και σύγχρονη υλιστική νοοτροπία, αυτήν ακριβώς που ήλθε να ανατρέψει ο Χριστιανισμός. Δεν ήταν αληθινή επανάσταση αυτό που έκανε η θρησκεία της αγάπης; Πήρε τη γυναίκα από τον ηθικό ξεπεσμό και την ανέβασε στα ύψη του ψυχικού μεγαλείου.

          Με την ενανθρώπηση του Ιησού Χριστού, ο Θεός γίνεται άνθρωπος και γεννάται από την Υπεραγία Θεοτόκο. Με τον τρόπο αυτό ανεβάζει τη γυναίκα και την καθιστά ισότιμη με τον άνδρα. Η γυναίκα όχι πια αντικείμενο περιφρόνησης και  ηδονής. Στην μορφή της Θεοτόκου μπορεί πια η γυναίκα να καυχάται κάθε γυναίκα και να δέχεται τον σεβασμό και την αγάπη όλων

“ΖΩΗ”, τ. 4316

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ - ΕΣΧΑΤΟΣ ΞΕΠΕΣΜΟΣ


«Εἶστε ρατσιστές, κύριοι...

Διότι μὲ τὸν νόμο ποὺ ψηφίσατε τελευταῖα στὴ Βουλὴ δὲν μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ δηλώνω στὴν ταυτότητά μου ὅτι εἶμαι Κινέζος, ἐνῶ ἐγὼ ἔτσι θέλω νὰ αὐτοπροσδιορίζομαι.

Εἶστε ρατσιστές, κύριοι.

Διότι δὲν μοῦ ἀναγνωρίζετε τὸ δικαίωμα νὰ θέλω νὰ ζῶ δύο αἰῶνες πρίν, ὁπότε καὶ νὰ δηλώνω ἔτος γεννήσεως 1821.

Εἶστε ρατσιστές, κύριοι.

Διότι μοῦ δημιουργεῖτε κόμπλεξ κατωτερότητας μὲ τὸ νὰ ἀφήνετε νὰ ἀναγράφεται σὲ δημόσια ἔγγραφά μου ὅτι εἶμαι ἀναστήματος 1,70 μ., ἐνῶ ἐγὼ θέλω νὰ ἀναγράφεται 1,90.

Εἶστε ρατσιστές, κύριοι.

Διότι μοῦ ἀπαγορεύετε νὰ ἐπιλέγω ὄχι μόνο τὸ κοινωνικό μου φύλο, ἀλλὰ καὶ τὸ κοινωνικό μου εἶδος. Ἐγὼ αἰσθάνομαι γάτα, μ' ἀρέσει νὰ κυνηγάω τὰ ποντίκια. Γιατί δὲν μοῦ τὸ ἀναγνωρίζετε αὐτό; Γιατί μόνο νὰ ἰσχύει τὸ "ἄνδρας/γυναίκα δὲν γεννιέσαι• γίνεσαι" καὶ νὰ μὴν ἰσχύει τὸ "ἄνθρωπος δὲν γεννιέσαι• γίνεσαι";

Εἶστε ρατσιστές, κύριοι.

Διότι, ἐνῶ τὰ μικρά σας παιδιά, ἀπὸ τὴν πρώτη τους ἡλικία σαφῶς τὸ δηλώνουν ὅτι τοὺς ἀρέσει νὰ περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα, ἐσεῖς τὰ σηκώνετε ἐπάνω καὶ προσπαθεῖτε νὰ τὰ ἀναγκάσετε νὰ νιώσουν ἄνθρωποι καὶ νὰ μάθουν νὰ περπατοῦν στὰ δυό.

Εἶστε ρατσιστές, κύριοι...»

Καὶ τώρα ἀπαντῆστε, κύριοι βουλευτές, στὶς παραπάνω αἰτιάσεις.

Τί ἔχετε νὰ πεῖτε; Μὲ ποιὸ διαφορετικὸ σκεπτικὸ ψηφίζετε τὸν νόμο περὶ ἐπιλογῆς φύλου; Τί ἔχετε νὰ πεῖτε, κύριοι βουλευτές, στὰ παραπάνω; Ὅτι εἶναι δείγματα ψυχοπαθολογικῆς ἀσθένειας; Τί ἦταν, κύριοι βουλευτές, ἡ δυσφορία ταυτότητας φύλου γιὰ τὸν Παγκόσμιο Ὀργανισμὸ Ὑγείας μέχρι πρό τινος, ὁπότε τὸ Εὐρωπαϊκὸ Κοινοβούλιο τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐξαλείψει τὸ σύνδρομο αὐτὸ ἀπὸ τὶς ψυχικὲς διαταραχές;

Τί ἔχετε νὰ πεῖτε, κύριοι βουλευτές;...

Ἑλληνικὲ λαέ,

Δέχεσαι λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἔκτρωμα ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὰ ἕδρανα τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων; Δὲν θὰ ἐξαναστεῖς σ᾿ αὐτὴν τὴν τελεία παραφροσύνη, συνάμα καὶ ἔσχατο ξεπεσμό, ἐξευτελισμὸ τοῦ ἀνθρώπου; Δὲν θὰ ὑψώσεις τὴ φωνή σου, ἐσὺ ποὺ δίδαξες στοὺς λαοὺς τῆς γῆς τὴν ὕψιστη τιμὴ καὶ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅπως τὴν παρέλαβες ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους προγόνους σου καὶ τὴν εἶδες ἐξαγιασμένη μέσα στὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη σου; Θὰ δεχθεῖς λοιπὸν ἀπὸ δῶ καὶ στὸ ἑξῆς νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς δῆθεν «δικαίωμα» αὐτὸ τὸ ἔκτρωμα, τὸ ἐξάμβλωμα τὸ ἠθικὸ καὶ φυσικό; Θὰ ἀναγνωρίσεις τὸν γάμο μεταξὺ δύο ἀνδρῶν ἢ γυναικῶν ποὺ θὰ προσέλθουν στὸ Δημαρχεῖο ἐπιδεικνύοντας ὁ ἕνας ἐξ αὐτῶν ταυτότητα μὲ στοιχεῖα τοῦ ἀντιθέτου φύλου; Θὰ ἀνεχθεῖς νὰ μεγαλώνουν παιδιὰ ἀνάμεσα σὲ τέτοιο ζευγάρι; Δὲν ἀνησυχεῖς ποὺ ὅσοι πλέον νέοι τὸ θελήσουν, θὰ μποροῦν νὰ ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τῆς στρατιωτικῆς τους θητείας μὲ μιὰ ἁπλὴ δήλωση – ἀναστρέψιμη μάλιστα στὸ μέλλον – ὅτι δὲν εἶναι νέοι ἀλλά... νέες; Θὰ ἀφήσεις νὰ σὲ ὁδηγήσουν σὲ ἠθικὸ ἐκφυλισμὸ καὶ συνειδησιακὸ ἐξανδραποδισμὸ ὅσοι ἀπεργάζονται τὴν πνευματική, συνάμα καὶ βιολογικὴ ἐκμηδένισή σου;

Ἀποκλείεται. Ἀποκλείεται! Ἐσύ, ὁ ἑλληνικὸς λαός, εἶσαι λαὸς ἐλεύθερος, γενναῖος, δυνατός. Θὰ σηκωθεῖς καὶ πάλι ἀπὸ τὸ μούδιασμά σου! Θὰ ἀπαιτήσεις καὶ πάλι, μὲ κάθε αἴσθηση τιμῆς καὶ ἀξιοπρέπειας, τὰ ὅσα σοῦ πρέπουν, σοῦ ἀξίζουν, σὲ κοσμοῦν.

Ὅσια καὶ τίμια καὶ ἱερά.

Περιοδικό "Ὁ Σωτήρ"

Ο Πνευματικός αγώνας μέσα στον κόσμο


Πολλοί λένε δεν μπορούμε να συγκεντρώσουμε το νου μας στην προσευχή. Τι να κάνουμε; Ο Κύριος βλέπει ότι η αδυναμία μας αυτή δεν οφείλεται τόσο στη δική μας αδιαφορία  όσο στις συνθήκες της ζωής μας. Και βλέποντας ότι λυπόμαστε, μας συγχωρεί.

          Από τους ανθρώπους που ζουν στον κόσμο, δεν μπορούμε να απαιτούμε τη νήψη όσων άφησαν τον κόσμο, δηλαδή των μοναχών.

          Υπάρχουν δυσκολίες. Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η επίγεια ζωή .Ποιος έχει απελευθερωθεί από τα προβλήματά της;

          Φροντίστε, πάντως,να έχετε σ’ όλες τις ώρες της ημέρας κάποια απασχόληση. Με το χρόνο σας γεμάτο, θα υποφέρετε λιγότερο από την αθυμία. Συνάμα αγωνιστείτε να κρατάτε το νου σας στο Θεό. Εύχομαι Εκείνος να σας χαρίσει την ειρήνη.
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Πῶς μπορεῖ νὰ γνωρίσει κάποιος ἐὰν ἐργάζεται μὲ τὴν μὴ ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐλπίδα στὸν Θεό


Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης - Ἀόρατος Πόλεμος

Πολλὲς φορὲς νομίζουν μερικοὶ αὐθάδεις ὅτι δὲν ἔχουν κανένα θάρρος στὸν ἑαυτό τους καὶ ὅτι ὅλη τους τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησι, τὴν ἔχουν στὸν Θεό· ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι· καὶ γι᾿ αὐτὸ βεβαιώνονται ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἔρχεται σὲ αὐτοὺς ἀπὸ τὸν ξεπεσμό τους, ὅταν συμβῇ. Γιατὶ ἂν ἴσως αὐτοὶ λυποῦνται στὸν ξεπεσμό τους καί, κατὰ κάποιο τρόπο, ἀπελπίζονται καὶ νομίζουν ὅτι μποροῦν στὸ ἑξῆς νὰ κάνουν καλό, αὐτὸ εἶναι σίγουρο σημεῖο, ὅτι καὶ πρὸ τοῦ ξεπεσμοῦ τους πίστευαν στὸν ἑαυτό τους καὶ ὄχι στὸν Θεό. Καὶ ἐὰν ἡ λύπη καὶ ἡ ἀπελπισία τους εἶναι μεγάλη, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι καὶ πολὺ πίστευαν στὸν ἑαυτό τους καὶ λίγο στὸ Θεό, γιατὶ ὅποιος δὲν ἐμπιστεύεται πολὺ στὸν ἑαυτό του καὶ ἐλπίζει στὸ Θεό, ὅταν ξεπέσει, δὲν ἀπορεῖ τόσο πολύ, οὔτε λυπᾶται ὑπερβολικά, ἐφόσον γνωρίζει, ὅτι αὐτὸ τοῦ συμβαίνει γιὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ γιὰ τὴν λίγη ἐλπίδα ποὺ ἔχει στὸν Θεὸ μάλιστα τότε ἀπιστεῖ περισσότερο στὸν ἑαυτό του καὶ μὲ περισσότερη ταπείνωσι ἐλπίζει στὸ Θεὸ καὶ μισώντας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον τὰ ἄτακτα πάθη, ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ ξεπεσμοῦ του, μὲ ἕνα μεγάλο πόνο ἥσυχο καὶ εἰρηνικό, γιὰ τὴ λύπη τοῦ Θεοῦ, ἀποκτᾷ βέβαια τὴν ἀπιστία στὸν ἑαυτό του, καταδιώκει ὅμως τοὺς ἐχθρούς του μέχρι θανάτου μὲ μεγαλύτερη γενναιότητα καὶ ἀποφασιστικότητα...

Αὐτὰ ποὺ εἶπα, ἐπιθυμῶ νὰ τὰ σκεφθοῦν μερικοί, ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ἐνάρετοι καὶ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι, ὅταν πέσουν σὲ κανένα ἐλάττωμα, δὲν μποροῦν, οὔτε θέλουν νὰ εἰρηνεύσουν καὶ μερικὲς φορὲς θέλοντας νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν πολλὴ λύπη καὶ τὴν ἐνόχλησι, ποὺ τοὺς συμβαίνει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ τους, τρέχουν ἀμέσως γι᾿ αὐτὸ καὶ μόνο στὸν πνευματικὸ πατέρα, στὸν ὁποῖον ἔπρεπε κυρίως νὰ πηγαίνουν γιὰ νὰ ξεπλυθοῦν ἀπὸ τὴν μόλυνσι τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ λάβουν δύναμι κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ τους, μὲ τὸ ἁγιώτατο μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἐξομολογήσεως.

Αλλαγή φύλου: Θέμα ιατρικό η επιλογής , Του Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη στην Romfea.gr


Ο Κ. Ζουράρης δήλωσε πρόσφατα, πώς τό θέμα αλλαγής φύλου είναι ιατρικό. «Είναι διαταραχές αυτές. Εμφανίζουν ενδοκρινολογικές διαταραχές και είναι αμιγώς ιατρικό θέμα».

Καί βέβαια έχουμε περιπτώσεις πού είναι «αμιγώς ιατρικό θέμα». Όμως, ποιές είναι αυτές οι περιπτώσεις;

Είναι οι σπάνιες καί ακραίες περιπτώσεις (καί γνωρίζω τέτοιες περιπτώσεις), όπου κορίτσια γεννιούται μέ «όργανα» ανδρών καί αγόρια με «όργανα» γυναικών. Σ'αυτές τίς περιπτώσεις αναφέρεται καί η σχετική εκκλησιαστική «ευχή» περί αλλαγής φύλου.

Όμως, η Πολιτεία μέ τό νομοσχέδιο πού ετοιμάζει (καί θά ψηφίσει ο κ. Κ. Ζουράρης) δέν εννοεί τίς ανωτέρω περιπτώσεις, αλλά εννοεί: «Γεννιέσαι σωματικά νορμάλ, καί σού έρχεται μετά η τάση γιά ομοφυλοφυλία; Έ! Θά σέ βοηθήσουμε νά γίνεις ομοφυλόφυλος...!».

Καί τί θά γίνει, όταν στόν άλλο έρθει αυτή τή τάση; Θά τόν αφήσουμε νά βασανιζεται;

Ο άνθρωπος δέν είναι «άλογο όν», υποχείριο, έρμαιο τών ενστίκτων του καί τών επιθυμιών του, αλλά είναι «όν λογικόν», μέ βούληση, μέ δύναμη, καί έτσι μπορεί νά αντιστέκεται στίς (κακές) επιθυμίες του. Άν δέν έχουμε αυτό, τό τόσο σημαντικό, υπόψη μας, τότε εξισώνουμε τόν άνθρωπο μέ τό ζώο.

Θυμάμαι: Μού ήρθε πρός εξομολόγηση ένας νεαρός μέ θηλυπρεπή συμπεριφορά. Μού είπε: «Νιώθω τήν τάση πρός τό ίδιο φύλο νιώθω πώς είμαι ομοφυλόφυλος. Όμως δέν θέλω νά κάνω αυτό τό πράγμα».

Αφού συζητήσαμε, ήρθε μετά από καιρό, καί μού είπε όλος χαρά καί μέ καμάρι: «Ησύχασα! Έφυγε από μέσα μου αυτή η τάση».

Φυσικά αυτή η τάση δέν έφυγε από μόνη της. Όντας «λογικό όν», εκανε χρήση τής λογικής καί τής βουλήσεως πού τού έδωσε ο Θεός, καί νίκησε τήν επιθυμία, έστω καί άν αυτή ήταν θέμα «ορμονικό». Άν δέν τό έκανε, θά γινόταν σίγουρα έρμαιο τής επιθυμίας του.

«Οι πιό κακοί μας φίλοι, είναι οι κακές μας σκέψεις. Μεγαλύτερη ζημιά μάς κάνει μιά κακή σκέψη, παρά ένα τούβλο, πού θά πέσει στό κεφάλι μας» (Dr. Frank Crane).

Ό,τι λοιπόν βάλεις στό κεφάλι, θά έρθει καί στό σώμα. Βάλεις στό μυαλό σου νά γίνεις gay; Θά γίνεις! Βάζεις στό μυαλό σου νά κάνεις «έρωτα» μέ τό τάδε πρόσωπο; Θά τό κάνεις, οποιοδήποτε καί άν είναι αυτό τό πρόσωπο. «Γιά όσα τραβάει τό κορμί, φταίει τό κεφάλι», λέει η παροιμία.

Τί είναι η μοιχεία; Είναι θέμα ψυχολογικό, εγκεφαλικό. Ενώ λοιπόν ο σύζυγος πρός ικανοποίηση τού γενετησίου του ενστίκτου, έχει τή γυναίκα του, πού ο ίδιος διάλεξε γιά τόν σκοπό αυτό, τήν αφήνει, καί πάει μέ ξένη γυναίκα, νά κάνει τί;

Ό,τι ακριβώς θά έκανε καί μέ τή γυναίκα του τήν ίδια ακριβώς σεξουαλική πράξη.

Ψυχολογικό είναι καί τό θέμα τής ομοφυλοφυλίας. Τό έχουν στό μυαλό τους. Τό θέλουν, τό επιζητούν. Τό επιλέγουν. Καί αντί νά αλλαξουμε τό σκεπτικό τους, αλλάζουμε τά γεννητικά τους όργανα...!

Τό θέμα είναι καί πνευματικό. Εξαρτάται από τό πώς βλέπεις τή ζωή. Μέ ποιούς «κανόνες» τή ρυθμίζεις.

Άν είσαι χριστιανός, τή ρυθμίζεις μέ κανόνα τή διδασκαλία τού Χριστού, ανακαλύπτοντας καί τό νόημα τής ζωής σου. (Στό δέ θέμα «έρωτα», ακολουθείς τίς οδηγίες τής Εκκλησίας).

Άν είσαι άπιστος, βλέπεις τή ζωή ως ηδονή καί μέ τήν οποιαδήποτε μορφή, ψάχνοντας μέσα εκεί νά βρείς καί τό νόημα τής ζωής σου.

Όμως, «άν η ηδονή ήταν ευτυχία, οι πετενοί καί οι πόρνες, θά ήταν τά πιό ευτυχισμένα όντα». (Μάρκος Αυρήλιος, ΣΤ, 34).

Ο άνθρωπος στήν εποχή τού Νώε δέν έκανε τίποτε άλλο από τό νά τρώει, νά πίνει καί νά κάνει «έρωτα» (Μτ.24:38).

Καί βλέποντας ο Κύριος τό κατάντημά του, «ενεθυμήθη ότι εποίησεν τόν ανθρωπον» (Γέν. 6: 6). Σκέφθηκε καί είπε: «Εγώ δέν έπλασα τόν άνθρωπο γιά τόν σκοπό αυτόν» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. ΚΒ΄ εις Γέν.). «Θά τόν αφανίσω από τή γή, γιατί μετάνιωσα πού τόν έπλασα» (Γέν. 6:7).

Καί τόν αφάνισε μέ τόν φοβερό κατακλυσμό (Γέν. 7:10-18). Γιά τόν ίδιο λόγο έστειλε φωτιά καί θειάφι καί έκανε στάχτη τούς κατοίκους τών πόλεων Σοδόμων καί Γομμόρων (Γέν.19:23). Χωρίς νά λάβει υπόψη Του, άν τό πάθος τους ήταν θέμα ορμονών....!

Στέλνοντας τό μήνυμα, πώς όταν ο άνθρωπος στή ζωή αυτή δέν κάνει τίποτε άλλο, από τό νά τρώει, νά πίνει καί νά ηδονίζεται, τότε πιά ως άνθρωπος δέν έχει λόγο υπάρξεως.

Εν έτει 1979 έτυχε νά επισκεφθώ τίς «πόλεις» τών Σοδόμων καί Γομμόρων. Δέν ξεχνώ αυτό πού είδα! Είναι «πόλεις» χειρότερες καί από νεκροταφείο.

Μυρίζουν ακόμα θειάφι. Καί παρόλο πού είναι «πόλεις» παραθαλάσσιες, δέν υπάρχει κάν ίχνος ζωής ούτε από τό φυτικό, ούτε από τό ζωϊκό βασίλειο.

Τά πουλιά δέν αντέχουν νά πετούν πάνω από αυτές τίς «πόλεις», διώχνονται από τίς θειούχες αναθυμιάσεις. Ακόμα καί η θάλασσα πού περιβάλλει αυτές τίς «πόλεις» είναι νεκρή δέν υπάρχει μέσα της ίχνος ζωής, εξ ού καί «Νεκρά Θάλασσα». Σημείο....!

Καί ο Θεός είναι πάντα ο ίδιος, καί κανένας δέν μπορεί νά Τού ξεφύγει (όποιος μπορεί, άς τό επιχειρήσει). «Αργεί αλλά δέν λησμονεί», υπάρχει άλλωστε καί η άλλη ζωή, όπου ο καθένας θά λογοδοτήσει, γιά τίς επιλογές πού έκανε επί γής.

Όσοι δέν πιστεύουν σ' αυτό τό «παραμύθι», άς κάνουν λίγη υπομονή, καί θά τό δούν ιδίοις όμμασιν, μόλις κλείσουν τά ματάκια τους, αλλά τότε θά είναι πολύ αργά, γι'αυτό καί «τών φρονίμων τά παιδιά, πρίν πεινάσουν μαγειρεύουν».
ρομφεα

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Ή κυρά Φωτεινιώ καί τό Άκτιστο Φώς


...«Πριν δέκα χρόνια, δώδεκα χρόνια γνώρισα μία Ψυχή. Μία Αγία Ψυχή. Θα πούμε ένα όνομα για να κρατήσουμε πάλι το προσωπικό δεδομένο. Την λένε Φωτεινιώ...Ή εγώ την λέω Φωτεινιώ. Η κυρά Φωτεινιώ ήρθε με οικογένεια στο σπίτι της μητέρας μου, εκεί που φιλοξενούμουνα τότε γιατί δεν είχα σπίτι και είχανε τακτοποιήσει τότε το χώρο, -καλοσύνη της η μητέρα μου-, είχε κάνει ένα μικρό Αρχονταρίκι με τα Εικονίσματά μας, με το Καντήλι, με τα κεράκια μας, με τα Άγια Λείψανα και είχαμε ένα μικρό καναπέ που με χωρούσε εμένα. Τον ανοίγαμε και κοιμόμουνα το βράδυ και το πρωί τον μαζεύαμε και στολιζόταν και ήτανε σαν μικρό Αρχονταρίκι, που μπορούσα εγώ να ακούσω κάποιον λογισμό ή κάποιος να με συμβουλευτεί ή να ακούσει μια γνώμη, κάπως κατ’ιδίαν.Ήρθαν λοιπόν ένα απόγευμα αυτό το ζευγάρι, τέσσερα άτομα και έφεραν μαζί τους την κυρά Φωτεινιώ. Θα ταν εξηντατριό, εξήντα τεσσάρων χρονών. Μια μικρόσωμη γυναίκα αλλά με πολύ φωτεινό Πρόσωπο. Και μου λέει: “Πάτερ μου, έμαθα οτι είστε από το Σινά. Και μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω Εσάς γιατί φοβούμε οτι δεν μπορώ να τα πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». Λέω: “Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε».Καθίσαμε λοιπόν στο μικρό Αρχονταρίκι και άρχισε να μου διηγείται οτι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτι την περιουσία της και την σφετεριστήκανε και την κακομεταχειριζόντουσαν. Αυτή η κακομοίρα, μικρή και ευαίσθητη, προσκολλήθηκε στη γειτόνισά της, την κυρά-παπαδιά η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια. Ευτυχώς, η μεγάλη της είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, είχε μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και την Φωτεινιώ, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλλες, -τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι λοιπόν κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλα κεντήματα. Και βγάζαν τα προς το ζειν.

Δίπλα με την παπαδιά που καθόταν όλη την μέρα η Φωτεινιώ από τα εφτά της χρόνια, την άκουγε να προσεύχεται. Μα η παπαδιά μέσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και κάτι: «Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.» Την άκουγε να το λέει συνέχεια και σαν πεδούλα η κυρά Φωτεινιώ την ρώτησε: “Θειά παπαδιά, γιατί συνέχεια λες ευχαριστώ; Γιατί λες, Ευχαριστώ Συ Κύριε;» Λέει: «Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με την Χάρη του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».Έτσι, η Φωτεινιώ μεγάλωσε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη Προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε».Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται στους θείους της στο σπίτι και το πρωι, πρωι-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρα-παππαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα χαρτζιλίκι έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.

Στα δεκαεφτά της χρόνια, πήγε μια εκδρομή σε ένα Μοναστήρι, μαζί με την κυρα-παππαδιά και με την Ενορία, στην Βόρεια Ελλάδα σε ένα γυναικείο Μοναστήρι και πόθησε η κακομοίρα να γίνει Μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή που κατανενυγμένη ζήτησε να γίνει. Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν γιατί ήταν ανήλικη. Και έτσι γυρίζοντας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός οτι οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό ο οποίος φυσικά δεν θα ήταν και σόι αφού δεν ζήταγε προίκα. Έτσι λοιπόν σε ένα χρόνο, άρον άρον την παντρέψανε. Η κακομοίρα όμως αντιμετώπιζε το πρόβλημα οτι αυτός είχε καφενείο και δυστυχώς μάθαινε να πίνει και ήταν και έπινε και άλλες ουσίες εκεί στο καφενείο και τα πράγματα δυσκόλεψαν.Γέννησε όμως, του χάρισε τρία παιδιά: ένα αγόρι, τον Φάνη και δύο κορίτσια. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους να σας πω. Αλλά θυμάμαι οτι είχε τρία παιδιά. Και η κακομοίρα προσπαθούσε να τα αναθρέψει με Νουθεσία Κυρίου. Αυτός όμως όποτε γύριζε από το καφενείο μεθυσμένος ή το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα μαλώσει και να τα δείρει και αυτή η κακομοίρα έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε αυτή το ξύλο. Έτσι εκτός από τις βρισιές που δεχόταν, αυτή έτρωγε και το ξύλο, έτρωγε και κανα παιδάκι ξύλο. Και η κακομοίρα πάντοτε με την Ευχή «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Ποτέ δεν παραπονέθηκε.

Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «’Ελα σε μας στην Πρωτεύουσα του νομού να βρούμε ένα καφενείο να βάλουμε το βιος μας με το βιος σου να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε. Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού που είχε ένα πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά και όντως κάναν το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά σιγά ο καφενές έγινε καφετέρια, η καφετέρια έγινε καφέ-μπαρ και σιγά σιγά έγινε νυκτερινό κέντρο... Με πεταλουδίτσες, με διάφορα τυχερά παιγνίδια. Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, δεν του άρεσε πια η κυρα-Φωτεινιώ, φώναζε, την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», την έλεγε «χολέρα». Την έβριζε, την ταπείνωνε. Εκείνη πάντοτε με ταπείνωση και πολύ καρτερία έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε». Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. Δεν την αφήναν να πάει στην Εκκλησία και μου έλεγε με δάκρυα: “Πέρναν, παππά μου, τα παπούτσια μου και τα ρίχναν στο πηγάδι ή τα ρίχναν στη κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα”. Και λέω: «Τον χειμώνα, κυρά Φωτεινιώ; Βρεμένα τα φορούσες;» «Οχι» λέει, «τα άλοιφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. Και πήγαινα στην Εκκλησία και δεν με ένοιαζε.»

Έτσι λοιπόν μετά από δεκαοχτώ χρόνια δύσκολης ζωής, μια μέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα, είχε έρθει ο κυρ-Ανέστης από βραδίς στο σπίτι, κατά τις τέσσερις το πρωί τα χαράματα και κοιμόταν, εκείνη ετοίμασε το πρωί τα καλαθάκια για τα παιδιά της, τα μπουγαλάκια τους με τα νηστίσιμά τους για να πάνε να γιορτάσουν τα Κούλουμα έξω στην ύπαιθρο, σηκώνεται μπουρινιασμένος ο κυρ-Ανέστης και λέει: «Φάνη σήκω. Και ετοίμασε την ψησταριά, γιατί θα βάλουμε να ψήσουμε κρέας και να χορτάσουμε. Σήμερα κάλεσα τα παιδιά που είναι κλειστή η ταβέρνα να πιούμε και να φάμε όλοι μαζί.» Και τόλμησε η κακομοίρα η κυρά-Φωτεινιώ να πει: «Βρε Ανέστη μου, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Οι Χριστιανοί όλοι νηστεύουν και τιμάνε την αρχή της Σαρακοστής, που στην Μεγάλη Βδομάδα ο Χριστός μας σταυρώθηκε για την Σωτηρία μας. Τι θα κάνουμε; Σαν τους Εβραίους να φάμε Καθαρά Δευτέρα κρέας;” “Ρε, εσύ θα με πεις, πανούκλα, Εβραίο, εσύ θα με πεις...» και εκεί που άρχισε να την φωνάζει και να την βρίζει, πέταγε τα πράγματα από το σαλόνι του στο σπίτι του, έσπαγε τα πράγματα και όπως πηγαίνει να την χτυπήσει...τον επισκέπτεται ο Κύριος εν βραχίονι υψηλό και πέφτει κατάχλωμος κάτω. Άρχισε να τρέμει, μαζευτήκαν τα παιδιά, άρχισε ο γιός να φωνάζει στην μάνα του «Εσύ φταις ρε μάνα γιατί τον σκότωσες τον πατέρα μας. Τι του έκανες;”…Ήταν κατάσταση τραγική. Ήταν και τεράστιος ο κυρ-Ανέστης. Ήρθαν οι γείτονες. Τον βάλαν στο κρεβάτι και όταν ήρθε ο γιατρός το μόνο που διαπίστωσε ήταν ότι, δυστυχώς, είχε υποστεί ημιπληγία, είχε αγγιχτεί το κέντρο της ομιλίας του, είχε στραβώσει το στόμα του και το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι είχαν παραλύσει. Οκτώμισι χρόνια τον διακονούσε με υπομονή, χωρίς να λέει τίποτε παρά μόνο: “Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Τα παιδιά της την βασάνιζαν, την γιουχάρανε, την κοροιδεύανε, της κάναν τα ίδια, εκείνη υπέμενε λέγοντας πάντοτε: “Ευχαριστήσομεν  τω Κυρίω». Μούγκριζε καμιά φορά ο κυρ-Ανέστης. Λέω: “Πώς τα κατάφερνες κυρά Φωτεινιώ;” “Τι να κανα;” λέει «πάτερ μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Κι όταν πήγα μια φορά κοντά του, τότε με το αριστερό του χέρι, που ήταν το μόνο γερό, μου έπιασε την κοτσίδα και με κοπάναγε. Και δεν με άφησε πάρα μόνο μετά από μισή ώρα, όταν κουράστηκε το χέρι του. Τότε μόνο ησύχασε.» «Και το κανες αυτό συχνά κυρά Φωτεινιώ;» «Ε, Δόξα τω Θεώ. Όχι πολύ συχνά. Κανα δυο φορές την εβδομάδα. Λίγο να ξεκουράζεται. Γιατί ο καημένος έχει άγχος». Και δεν τον κατέκρινε. Δόξα τω Θεώ, έλεγε. Και της τραβούσε τα μαλλιά μόνο δυο φορές την εβδομάδα. Τέλος πάντων.

Μια Παραμονή των Θεοφανείων μετά τα οκτώμισι χρόνια, ήταν οι Μεγάλες Ώρες. Και αφού η κακομοίρα πήρε τον μικρό Αγιασμό πήγε σπίτι της γρήγορα γρήγορα να ευπρεπίσει το σπίτι της, να ετοιμάσει το Καντήλι της, να θυμιάσει γιατί θα περνούσε ο παπα-Βασίλης να αγιάσει το σπίτι. Και όντως πέρασε ο παπα-Βασίλης. Και άγιασε το σπίτι. Και ήθελε- δεν ήθελε ο κυρ-Ανέστης τον διάβασε μια Ευχή, μουγκρίζοντας ο κυρ-Ανέστης γιατί δεν αγαπούσε τους παπάδες αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, πού να πάει να σηκωθεί αφού ήταν παράλυτος;  Τον διάβασε ο παπάς όμως και έφυγε.Στο κατόπι όμως του παπα-Βασίλη, έρχεται ο Θεοφάνης. Ο Φάνης. Ο γιος. Και αρχίζει και φωνάζει: «Τι βρωμοκοπάει εδώ σαν τα νεκροταφεία; Και εσείς και τα νεκροταφεία σας. Άντε πάλι, μούχλα, εσύ. Πάλι θύμιασες; Και με τα θυμιατά σου τι βρήκαμε; Να, πίσω πάμε. Και τι ωφεληθήκαμε εμείς με τα θυμιατά σου;» και με τα νεύρα του, πετάει το Καντήλι, πετάει τις Εικόνες, ρίχνει τα κεριά και βγαίνει η κακομοίρα έξω για να δει τι γίνεται στο σαλόνι από την κουζίνα γιατί είχε ανοίξει φύλλο και ετοίμαζε πίτες γιατί θα ρχόντουσαν την άλλη μέρα να την ευχηθούν και εκείνη και τον γιό της και να μην την δουν ανοικοκύρευτη και εκεί στα νεύρα του παίρνει τον πλάστη από τα χέρια της και της τον κοπανάει στο κεφάλι. Η κακομοίρα από τον πόνο λιποθύμισε και έπεσε κάτω. Και ήρθαν οι γειτόνισσες να την συνεφέρουν, της βάλαν και μια σακούλα με πάγο στο κεφάλι και όταν συνήλθε σε καμιά ώρα και είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, τρόμαξε. Είχε ένα καρούμπαλο τόσο μεγάλο σαν αβγό στο μέτωπό της. Και είχε αρχίσει να μελανιάζει όλη η δεξιά πλευρά. «Πάτερ μου, στεναχωρήθηκα. Πώς θα πάω στην Εκκλησία με το καρούμπαλο; Πώς θα πάω μελανιασμένη; Τι θα λέει η γειτονιά για τα παιδιά; Καλά ο άντρας σου. Αλλά τα παιδιά; Θα με κουτσομπολεύουν και θα στεναχωριούνται". "Τι έκανες, καλέ κυρά-Φωτεινιώ;» «Έβαλα όλη τη νύχτα κομπρέσα, παπά μου και είπα το πρωί να πω στην κόρη μου να μου δώσει λίγο από έκείνες τις πούδρες που βάζουνε να καλύψω το μελάνιασμα. Αλλά με το καρούμπαλο, τι θα έκανα; Σκέφτηκα, λέει, να βάλω ένα φακιόλι, ένα μαντήλι και να κάνω έτσι όπως κάνουν οι ευσεβείς και να πάω στη άκρη. Να μην πάω στην θέση που πήγαινα στην Εκκλησία.» «Και το κανες, κυρά-Φωτεινιώ"; Λέει:«Ναι. Σηκώθηκα πρωί πρωί». Σηκώθηκε η κακομοίρα, τακτοποίησε το σπίτι της, άλλαξε τον κυρ-Ανέστη, τον ξύρισε, τον έπλυνε, τον ετοίμασε, άναψε το Καντήλι της, θύμιασε και έφυγε τροχάδι για την Εκκλησία. «Μα σαν μπήκα, λέει, παπά μου μες στην Εκκλησία, ένα Ουράνιο Φως είδα μες στην Εκκλησία. Ένα φως που έφεγγε και τα πολυέλαια ήταν σβηστά» Λέω: «Και τι χρώμα είχε αυτό το Φως, κυρά-Φωτεινιώ»; "Λευκογάλαζο, παπά μου. Άστραφτε το Φως. Κι εγώ, παρόλο που έκανε κρύο έξω τσουχτερό αισθανόμουνα μια θερμότητα. Μια θερμότητα και μια δροσιά. Και η καρδιά μου άνοιγε. Και έλεγα. “Ευχαριστώ συ, Κύριε".

Πήγα λοιπόν στη ακριανή πόρτα που είναι στα αριστερά, κει που κάθονται οι γυναίκες για να μπορώ να ατενίσω τον Παντοκράτορα, να χαίρομαι, να παρηγοριέμαι. Και όσο προχωρούσε η Λειτουργία τόσο αυτό το Φως αύξαινε. Και όχι μόνο αύξαινε, παπά μου, αλλά έπεφτε και μια χρυσόσκονη και άστραφτε όλο αυτό το Φως, σαν να είχε χιλιάδες μυριάδες αστέρια. Και σαν κοιτάω τον Παντοκράτορα, τι να δω παπά μου; Είχε...Έβγαινε Αυτό το Φως από το Φωτοστέφανο του Χριστού μας, από το Πρόσωπό Του, τα χεράκια Του, το Άγιο Ευαγγέλιο...και κάλυπτε τον κόσμο. Και όσοι ήταν στην Εκκλησία, άλλους τους έλουζε το Φως και έμπαινε μέσα τους το Φως και γινόντουσαν όλοι μια λαμπάδα. Φωτεινή. Γαλαζόασπρη. Στους άλλους δεν έμπαινε μέσα τους το Φως, όμως τους θώπευε.» Και την ρώτησα: «Ήρθε και σε σένα το Φως; Ήρθε στη γωνιά σου, στην γωνίτσα σου το Φως;» «A!Αμ, καλοήρθε παπά μου. Ήρθε.» «Πώς το αισθάνθηκες, κυρά-Φωτεινή;» «Σαν ένα χέρι που με θώπευε. Με άγγιζε από το μέτωπο, με χάιδευε στους ώμους, στα μπράτσα και στις παλάμες. Και μετά με πήγαινε αριστερά. Και το ίδιο πράγμα. Και άνοιξε η καρδιά μου παπά μου και άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυά μου μετά.Και όχι μόνον αυτό. Αλλά το Χέρι Αυτό μου επούλωσε τις πληγές, μού έκλεισε τις πληγές όλες. Τριανταπέντε χρόνια πληγές που είχα. Τα βρισίδια, τους ξυλοδαρμούς, τους βιασμούς, το ξύλο, την ταπείνωση...όλα μου τα επούλωσε ο Χριστός. Τίποτε δεν αισθανόμουνα. Αισθανόμουνα μια απέραντη ευφορία. Αλλά και κάτι άλλο, παπά μου. Με κλειστά τα μάτια, έβλεπα τα γινούμενα στη Λειτουργία. Έβλεπα τα πάντα. Έβλεπα την Μεγάλη Είσοδο, είδα τους Πατέρες, είδα τη Λειτουργία όλη. Την έζησα στον Παραδεισο...Ξαφνικά όμως είδα τις γυναίκες να αρχίσουν να κινούνται και κατάλαβα οτι πάμε για να κοινωνήσουμε. Ήρθε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Ετοιμάστηκα. Και όπως κοίταζα να δω το τσεμπέρι μου, τι να δω; Το Χέρι μού είχε κάνει καλά και το καρούμπαλο! Δεν είχα ούτε καρούμπαλο! Είχε φύγει το καρούμπαλο. Και με μεγάλη χαρά οτι δεν θα εκτεθώ στην γειτονιά, στάθηκα στη σειρά. Αλλά είπα να δω, κι έτσι δεξιά να δω, ποιος Κοινωνάει; Ο παπά-Βασίλης που ήρθε και μας άγιασε ή ο παπά-Γιάννης; και ξαφνικά, παπά μου...Ούτε ο παπα-Βασίλης ήτανε. Ούτε ο παπα-Γιάννης.

 Ένας Δεσπότης... Μα τι Δεσπότης...Τι χρυσά Άμφια φορούσε! Τι διαμάντια και μπριλάντια είχαν πάνω τα ρούχα Του! Άστραφτε ολόκληρος! Και φορούσε μια Κορώνα...Όχι σαν Αυτές των Δεσποτάδων. Μια Βασιλική Κορώνα. Που άστραφταν χιλιάδες τα μπριλάντια και τα διαμάντια. Και πάνω στην Κορώνα Του είχε Αγγέλους. Μα και δίπλα Του είχε δύο Παραστάτες Αγγέλους που κρατούσαν το Μάκτρο. Με έπιασε τρόμος. Τα Χέρια Του, το Πρόσωπό Του, έφεγγαν σαν τον Ήλιο. Και κρατούσε μια χρυσή λαβίδα. Αλλά δεν είχε μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, είχε ένα κάρβουνο αναμμένο. Και η δόλια, λέω, η κακομοίρα, τι θα κάνω; Πώς θα Κοινωνήσω το κάρβουνο; Φαίνεται τέτοια Τυπικά έχουν σήμερα. Άλλος Δεσπότης ήρθε και άλλες συνήθειες έχουν. Και τι να κάνω εγώ; Και πώς θα καώ; Και θα βάλω τις Φωνές στον κόσμο;» «Και τι έκανες, βρε κυρά-Φωτεινιώ; Δεν Κοινώνησες;» «Όχι, λέει. Προφασίστηκα ευγένεια. Και πήγα στην άκρη και έλεγα “Περάστε. Περάστε και εσείς.” Ε. Περάσανε καμια εικοσιπενταριά που ήταν στην ουρά...Μετά δεν είχε άλλο ‘περάστε’. Έπρεπε να μπω εγώ στη σειρά". "Τι έκανες, κυρά-Φωτεινιώ"; "Τι έκανα λέει; Πλησίασα και κοιτάζοντας χαμηλά μην μπορώντας να δω το Πρόσωπο του Δεσπότη, ακόμα και τα παπούτσια Του παπά μου χρυσά ήτανε. Και οι ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΙΠΛΑ Του σαν να μην πατούσαν στη γη. Και είπα: ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΥ. Άντε, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ. Ας Είσαι ΕΣΥ και ας καώ. ΕΣΥ να είσαι και ας καώ. Κι εγώ θα Κοινωνήσω. Έκλεισα τα μάτια μου, έβαλα το Μάκτρο (κόκκινο ύφασμα που κρατάμε κάτω από το στόμα μας κατά την Θεία Μετάληψη)  κάτω από το στόμα μου και άνοιξα το στόμα μου". «Κοινώνησες, κυρά-Φωτεινιώ"; «Κοινώνησα παπά μου». "Κάηκες κυρά Φωτεινιώ"; "Όχι, παπά μου. Δροσίστηκε η Ψυχή μου. Άνοιξε η Καρδιά μου. Και άρχισα να λέω από την καρδιά μου : “Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Σε Ευχαριστώ, Συ Κύριε. Και άρχισα φαίνετε να το λέω δυνατά και ξαφνικά ακούω τη φωνή του παπα-Βασίλη να μου λέει: “Κυρά-Φωτεινιώ, είσαι καλά"; Και ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μπροστά στον παπά-Βασίλη που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο και σκέπαζε με το Μάκτρο.



Και λέω: "Παναγία μου, θα ρεζιλευτώ”….και πήγα στην άκρη και σκεφτόμουνα: "Όλα αυτά που είδα, παπά μου, ήταν αληθινά; Λες να 'ταν φαντασία; Μα είδα τον Δεσπότη, είδα τους Αγγέλους, είδα τόσα πράγματα, κοινώνησα, είμαι τρελή"; Μόλις τελείωσε ο Αγιασμός και πήγα σπίτι μου, μπήκα αμέσως στην αποθηκούλα να αλλάξω τα ρούχα μου, για να βάλω τα ρούχα του σπιτιού και να βάλω την ποδιά μου να ετοιμάσω το φαγητό. Και σαν ντύθηκα, κάτι μου μύριζε το σπίτι. Και μπαίνω μέσα στο σαλόνι και τι να δω; Η μικρή μου θυγατέρα κρατούσε ένα θυμιατό και θύμιαζε τις Εικόνες. Στη θέση Τους οι Εικόνες, ευπρεπισμένο το καντηλάκι μου, αναμένα τα κεράκια μου και δίπλα στην Παναγία ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια. Και μου λέι η κόρη μου: "Χρόνια πολλά, μάνα. Σήμερα μεγάλη ημέρα. Είπαμε να θυμιάσουμε, μιας και σου αρέσει να θυμιάζεις το σπίτι. Αλήθεια, μας έφερες αντίδωρο"; κι εγώ έμεινα... και σκεφτόμουν: “τριανταεφτά χρόνια σε αυτό το σπίτι δεν μου ζητήσανε ποτέ Αντίδωρο”. Και απαντούσα στην κόρη μου: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω"! Κι έρχεται και ο γιός μου από το κατόπι μου στο πλάι και σκύβει ταπεινά και μου φυλάει το χέρι και μου λέει: “Συχώρα με μάνα. Συχώρα με.” Και εγώ απαντούσα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω". Και ακούω τον Ανέστη να μου φωνάζει και μπαίνω βιαστική να δω μήπως ήθελε κάτι και τον βλέπω καθήμενο στο κρεβάτι του και μου έκανε σινιάλο με το αριστερό του χέρι. Και σαν τον είδα είχε μια ιλαρότητα το πρόσωπό του και μια γλυκύτητα τα μάτια του. Και του δίνω το χέρι μου, νομίζοντας θέλει να καθίσει και αυτός αρχίζει και μου το φιλούσε. Μέσα και έξω, παπά μου μού το φιλούσε κλαίγοντας και μου λεγε με το μισό του στόμα: "Συχώρα με, Φωτεινιώ. Συχώρα με να χαρείς". Και έρχεται πίσω το παιδί...Και εγώ απαντούσα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω” και έρχεται το παιδί μου πάλι και με φιλάει στο μέτωπο εκεί που ήταν το καρούμπαλο και μου λέει: "Συχώρα με, μάνα. Δεν θα το ξανακάνω. Την Ευχή σου να χω, μάνα”. Κι εγώ απαντούσα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω"!

Κι εδώ σταμάτησε η διήγηση της κυρά-Φωτεινιώς. Για είκοσι λεφτά πλάνταξε στο κλάμα. Κι αφού συνήλθε με ρώτησε με μια παιδική απλότητα, σαν μικρό κοριτσάκι ένοχο: "Πάτερ μου, είμαι κουζουλή; Τρελάθηκα; Λες να με κλείσουν στο Δρομοκαίτειο; Λες να είμαι για δέσιμο και είδα τόσες φαντασίες; Λες να είμαι τρελή; Τι θα πεις, Πάτερ; Τι γνώμη έχεις; Είμαι κουζουλή; Κουζουλάθηκα"; Κι εγώ απάντησα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν για την ύπαρξή σου, κυρά-Φωτεινιώ, τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω"! Η κυρά-Φωτεινιώ δεν ήταν ο Άγιος Χρυσόστομος, ούτε ο Άγιος Νείλος, ούτε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ούτε ο Μέγας Παϊσιος. Ήταν μια Ψυχή σαν κι εσάς, σαν κι εμάς. Απλώς έμαθε καλά στην καρδιά της να λέει: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» και ο Θεός την πλήρωσε πλουσιοπάροχα. Θα σας πω και την έκβαση γιατί ξερω πως θα χαρείτε. Σήμερα, χήρα πια η κυρά-Φωτεινιώ, είναι Μοναχή και πηγαίνουν τα παιδιά της και της φιλούν το χέρι και το μέτωπο. Και έχω την χαρά μια φορά τον χρόνο να πάω κι εγώ να της φιλάω το χέρι. Και εκείνη κάθεται εκεί και αφουγκράζεται και θυμάται τον Δεσπότη Χριστό, που την κοινώνησε με την χρυσή Λαβίδα το Τίμιο Φρικτό Σώμα και Αίμα Του.

Είθε η Χάρις του Θεού να λαβώσει την Καρδιά μας με την Άπειρη αγάπη Του και να μας διδάξει από τα κατάβαθα, τα τρίσβαθα της καρδιάς μας, αναβαθμίζοντας την δική μας παιδική Προσευχή σε ευχαριστιριακή, να λέμε κι εμείς, δίνοντας το μπόλι της καρδίας και του σώματος: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω, πάντων ένεκεν».

Παραπονιέσαι ότι δεν σου συμπεριφέρονται καλά αυτοί με τους οποίους συναναστρέφεσαι (Γέροντας Γερμανός Σταυροβουνιώτης)

Παραπονιέσαι ότι δεν σου συμπεριφέρονται καλά αυτοί με τους οποίους συναναστρέφεσαι.  Άκου τη συμβουλή μου: Εάν κάποιος δεν σου συμ...