Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Μήυνυμα πρ.π.Γερασιμαγγέλου Στανίτσα

Αγαπητοί φίλοι, συνεργάτες, συνοδοιπόροι στον τραχύ και όμορφο πνευματικό αγώνα, Καλό Φθινόπωρο και καλή Σχολική χρονιά.



          «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος….».



          Η λατρευτική και εορταστική πορεία της Εκκλησίας μας είναι ένας

Πανέμορφος και ποικιλόμορφος πνευματικός λειμώνας με ευωδιαστά λουλούδια. Με τις δεσποτικές και θεομητορικές και εορτές των Αγίων εντρυφά η ψυχή του κουρασμένου ανθρώπου στα αγιοσωτήρια νάματα της θ. Λατρείας.

          Με την αιωνόβιον τάξιν, τους θεόπνευστους ύμνους, με την ενσυνείδητη ανάγνωσιν των Θ. Γραφών, γεμίζουμε από ουράνια χάρη.

          Συμπύκνωση και περίληψη όλων αποτελεί η Θ. Λειτουργία, ανάμνηση του μυστηρίου των μυστηρίων, της ζωής του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Διοχετεύει η Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία στην ψυχή μας τη χάρη του Θεού. Τρέφεται και γιγαντώνεται η ψυχή μας με τη βίωση της Λειτουργίας και λατρείας με επίγνωση και συνέπεια για την πορεία της παρούσας ζωής  με τα  δύσκολα προβλήματα. Να γιατί οι Άγιοι ζούσαν με τη θ. Λειτουργία, γιατί οι μοναχοί ζουν με τη θ. Λειτουργία. Οι διωκόμενοι χριστιανοί από του άθεους, έζησαν με τη θ. Λειτουργία. Και η ορθόδοξη πατρίδα μας έζησε και θα ζήσει με τη θ. Λειτουργία. Η πίστη στη θ. Λειτουργία είναι η συνέχεια της ορθόδοξης πατρίδας μας και η ελπίδα του αληθινού πολιτισμού μας.

          Για τους ορθόδοξους χριστιανούς η ουσία της θρησκείας είναι η θεία Λειτουργία…. Η θ. Λειτουργία είναι ένα ποιητικό και μουσικό έργο τέχνης, γράφει ένας σπουδαίος ιστορικός ο Α. Toybee.

          Ας φοιτήσουμε ενσυνείδητα και με ιερό δέος σ’ αυτή  τη Λειτουργική Σχολή της Ορθοδοξίας για να τρεφόμαστε με τους  χυμούς της στο δύσκολο έργο της πνευματικής μας τελειώσεως. Μας είναι απαραίτητο εφόδιο στον αγώνα μας.

         

          Με πολλές ευχές για ένα καλό ξεκίνημα στην προσωπική μας διακονία.



          Καλή δύναμη

         

          π. Γ.                                                                              

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Αρχιεπίσκοπος βάζει στη θέση του τον Ν. Φίλη

«Η υπόθεση της Εκκλησίας είναι υπόθεση του λαού και όχι ενός υπουργού» προειδοποιεί ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος σε επιστολή που απευθύνει στον υπουργό Παιδείας κ. Ν. Φίλη.

Αφήνοντας πίσω προσχήματα και… διπλωματικές ευγένειες ο Αρχιεπίσκοπος με πολύ σκληρή γλώσσα βάζει στη θέση του τον Ν. Φίλη για τις απόψεις που εξέφρασε σχετικά με το ρόλο της Εκκλησίας την περίοδο της επταετίας.

«Η ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὑπόθεση ἑνός Λαοῦ καί ὄχι βεβαίως ἑνός ‘Υπουργοῦ, ὅταν μάλιστα παραθεωροῦνται θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις (ἄρθρο 13) καί διατάξεις τοῦ ἐκτελεστικοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος (ἄρθρο 2, ν. 590/1977)» επισημαίνει.

«Ὁ ἐπίσημος ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στήν περίοδο τῆς Δικτατορίας ἦταν συνεπής καί ἀδιάβλητος γιά τήν ἀποστολή της, γι’ αὐτό ἀποκλείει πλήρως τίς ὁποιεσδήποτε ἰδεοληπτικές ἑρμηνεῖες τῶν ὁποιωνδήποτε ἐπικριτῶν ἤ πολεμίων της» σημειώνει ο Αρχιεπίσκοπος.

Ο Αρχιεπίσκοπος σημειώνει πως αν οι πλασματικές επικρίσεις που θεωρούν ότι η Εκκλησία συνεργάστηκε με τη δικτατορία τότε:

1. γιατί ἐκθρονίστηκε αὐθαιρέτως, παρανόμως καί ἀντικανονικῶς ὁ σθεναρῶς ἀρνηθείς νά παραιτηθῇ γηραιός Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος;

2. γιατί ἀπαγορεύθηκε ἡ συνέλευση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί γιατί συγκροτήθηκε μία ὀλιγομελής «ἀριστίνδην» Σύνοδος ἐκλεκτῶν της Ἀρχιερέων τόσο γιά τήν ἐκλογή νέου Ἀρχιεπισκόπου, ὅσο καί γιά τή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀντί τῆς Ἱεραρχίας;

3. γιατί ἐκδιδόταν ἀνά ἑξάμηνο μία νέα νομοθετική παράταση γιά τήν ἀπαγόρευση τῆς συνελεύσεως τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας μέχρι τό 1970;

4. γιατί σέ ὁλόκληρη τήν ἑπταετία ἀπαγορεύθηκε ὁποιοσδήποτε διορισμός ἔστω καί ἑνός θεολόγου στή Μέση Ἐκπαίδευση;

5. γιατί δέν συνδέθηκε τό πλασματικό σύνθημα «Ἑλλάς Ἑλλήνων Χριστιανῶν» μέ τίς θεσμικές ἐκφράσεις μιᾶς πρόθυμης σέ συνεργασία, ὅπως ὑποστηρίζουν σκοπίμως οἱ ἐπικριτές της, ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας;».
εκκλ

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Μητροπολίτης Πατρῶν σὲ Τσίπρα: «Εἶναι πρόκληση καὶ ὕβρις ἡ στάση τοῦ Ὑπουργοῦ Φίλη, νά τόν ἀνακαλέσετε τάχιστα στὴν τάξη

Κύριε Πρωθυπουργέ,

Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε.

Σᾶς γράφω μὲ πολὺ πόνο ψυχῆς τὶς γραμμὲς αὐτὲς θέλοντας νὰ ἐκφράσω τὴν προσωπική μου δυσαρέσκεια, ὡς Ἕλλην Ὀρθόδοξος Ἱεράρχης, ὅσο καὶ τὴν δυσαρέσκεια τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου καὶ τοῦ πιστοῦ Λαοῦ τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατρῶν, σχετικῶς μὲ τὴν ὅλη στάση καὶ συμπεριφορὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων κ. Φίλη, ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καὶ τῆς Προσευχῆς.

Ἡ ἐπιστολή μας αὐτή εἶναι συνέχεια, τῶν ὅσων κατά καιρούς, ἐν συνειδήσει εὐθύνης ἔχομεν εἴπει καί ἔχομε γράψει περί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος.Στὶς δύσκολες ὧρες καὶ καταστάσεις ποὺ βιώνει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, κ. Πρωθυπουργέ, ἀγωνιστήκαμε καὶ ἀγωνιζόμαστε θυσιαστικῶς, ὅπως καί Σεῖς, γιὰ νὰ ξεπεραστῇ ἡ κρίση καὶ νὰ σταθῆ ὁ τόπος μας στὰ πόδια του.Συμμεριζόμαστε τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ἀγωνία Σας γιὰ τὸ καλό τῆς Πατρίδος μας καὶ κάνομε κατάθεση ψυχῆς γιὰ νὰ βοηθήσωμε τούς ἀνθρώπους ὄχι μόνο ὡς πρὸς τὴν  ἀντιμετώπιση τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ εὕρουν πνευματικὸν ἐπιστηριγμό, δύναμη ψυχῆς καὶ ἐλπίδα προκειμένου νὰ προχωρήσουν στὴ ζωή.Πιστεύω ὅτι καὶ Σεῖς προσωπικὰ γνωρίζετε, ἀλλὰ καὶ κοινὸς τόπος εἶναι πλέον, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἦτο καί εἶναι ἡ ἀπαντοχὴ καὶ παρηγοριά τοῦ Λαοῦ, ὄχι μόνο τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἀδελφῶν μας ποὺ βρίσκονται στὴν χώρα μας, ἀφοῦ ὅλους τούς ἀγκαλιάζομε ὡς τέκνα τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως, ἐνῶ μὲ αἴσθημα εὐθύνης ἔναντι Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων πορευόμεθα μιμούμενοι τὸν Σωτῆρα μας, δυστυχῶς λυπούμεθα καὶ ἀπογοητευόμεθα, διότι ὁ Ὑπουργὸς κ. Νικόλαος Φίλης, πολλάκις μὲ τα λεγόμενά του παρέσχε πράγματα, ὅμως μὲ τὶς τελευταῖες τοποθετήσεις του ἔναντι τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, τῆς τροφοῦ καί σώτειρας τοῦ Γένους, ὑπερέβη τὰ ὅρια καὶ προὐκάλεσε τὴν ἀγανάκτησή μας. (Βλέπετε δηλώσεις του στὸν τηλεοπτικὸ σταθμὸ KONTRA, περί τῆς συμβολῆς, ὡς εἶπε, τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἠθικὴ ἔκπτωση τῆς κοινωνίας. Σὲ συζήτηση στὸν ἐν λόγῳ σταθμὸ διερωτήθη «ποῦ ἦταν ἡ Ἐκκλησία στὴ Χούντα καὶ στὴν Κατοχή;»).

Γιατί ἀπομειώνεται καὶ διαγράφεται ἡ προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στοὺς Ἐθνικοὺς Ἀγῶνες κ. Πρωθυπουργὲ ἀπὸ τὸν κ. Φίλη; Γιατί τόσο μένος κ. Πρωθυπουργὲ ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Τί κακὸν ἔπραξε ἡ Ὀρθόδοξη πίστη; Γιατί τόσο μῖσος ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μας καὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου, ποὺ στήριξε καὶ στηρίζει τὸν Λαό μας; Γιατί ἐνοχλεῖ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ὡς διδασκαλία περί τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ δὲν ἐνοχλοῦν τὰ ἄλλα πιστεύματα καὶ θρησκεῖες ποὺ τυγχάνουν δυστυχῶς ἰδιαίτερης καὶ προνομιακῆς μεταχείρισης;Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος μας κ. Πρωθυπουργέ, μέ τήν συνετή καί πατρική φωνή του καί τήν εὐθυκρισία του, ἐξέφρασε τόν πόνο ὅλων μας, μέσα ἀπό τήν τοποθέτησή του, σχετικά μέ τά συγκεκριμένα ζητήματα.

Κύριε Πρωθυπουργὲ, δυστυχῶς φαίνεται ὅτι ἐξυφαίνεται ἢ μᾶλλον ἐξυφάνθη καὶ ἐφαρμόζεται ἕνα σχέδιο ἀλλοτριώσεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς Πατρίδος μας. Αὐτὴ ἡ τακτική, νὰ εἶστε βέβαιος, ὅτι θὰ ἔχῃ καταστροφικὲς συνέπειες γιὰ τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος μας. Ἂν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν σεβόμεθα τὸν ἑαυτό μας καὶ τὰ καθ’ ἠμᾶς, τότε πῶς ἔχομε ἀπαίτηση νὰ μᾶς ὑπολογίζουν καὶ νὰ μᾶς σέβωνται οἱ ἄλλοι; Μὴ συνδέσετε τὴν θητεία Σας, ὡς Πρωθυπουργὸς τῆς Χώρας, μὲ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα. Ἡ ἱστορία οὐδέποτε χαρίζεται καὶ σπάνια συγκαταβαίνει, ὡς ἔχει εὐστόχως εἰπωθεῖ. Ὅλοι μας γράφομε ἱστορία καὶ μακάρι νὰ ἀφήσωμε βήματα καὶ πατήματα εὐεργετικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο μας.Αὐτὸς ὁ Λαὸς κ. Πρωθυπουργὲ εἶναι εὐσεβής, ἀγαπάει τὶς ρίζες του, τὴν ἱστορία του καὶ τὴν πνευματική του πορεία καί εἶναι συνδεδεμένος μέ τίς Παραδόσεις καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Εἶναι πρόκληση καὶ ὕβρις ἡ στάση τοῦ Ὑπουργοῦ Παιδείας ἔναντι τῶν Ἱερῶν καὶ τῶν Ὁσίων μας. Μπορεῖ νὰ ἔχῃ τὶς ὅποιες θέσεις του καὶ ἀντιλήψεις καὶ τὴν δική του ἰδεολογία, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ προκαλῆ τό αἴσθημα τοῦ εὐσεβοῦς καί φιλοπάτριδος Λαοῦ μας.Κύριε Πρωθυπουργέ, γιά ὅποιον ἀγῶνα γιὰ τὸ καλὸ τῆς Πατρίδος μας, σᾶς συνοδεύουν οἱ προσευχές μας καί ἔχετε τὴν ὑποστήριξή μας. Ὅμως Σᾶς παρακαλοῦμε, νά ἀνακαλέσατε τάχιστα στὴν τάξη τὸν κ. Φίλη, ἐὰν ἀγαπᾶτε εἰλικρινὰ τὸν Ἑλληνικὸ Λαό, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει καί ζεῖ γιατί κάποιοι θυσιάστηκαν γιὰ αὐτὰ ποὺ περιφρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργός.

Στὸ ὄνομα λοιπὸν αὐτῶν τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν αἱμάτων τους μέ τά ὁποῖα πότισαν τὰ βουνὰ καὶ τὰ χώματα τῆς Πατρίδος μας, Σᾶς διαβεβαιοῦμε ὅτι θὰ ἀγωνιστοῦμε μέ σύνεση καί σταθερότητα στίς πνευματικές μας ἀρχές, ὥστε οἱ ὅποιοι ὑβρισταὶ καὶ ἐπιλήσμονες αὐτοῦ του χρέους, νά μή προκαλέσουν ἄλλο κακό στόν τόπο μας. Καὶ θὰ τὸ κάνωμε ὄχι μόνοι μας, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸν Λαὸ ποὺ ὑποφέρει ὑλικὰ καὶ τώρα βασανίζεται ἀπό κάποιους πνευματικά, ἀφοῦ τὸν ἀδικοῦν καταφανῶς μὴ σεβόμενοι τὰ ἐσώψυχά του καὶ τὶς ἰδιαίτερες πνευματικὲς καὶ πολιτιστικὲς πτυχὲς τῆς ζωῆς του καὶ τῆς πορείας του στὸν χρόνο καὶ τὴν ἱστορία.Ὥς ἀκροτελεύτιον λόγο Σᾶς ὑπενθυμίζω κ. Πρωθυπουργέ τά λόγια τοῦ Μεγάλου πατρός τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Πόσοι ἐπολέμησαν τήν Ἐκκλησίαν, καί οἱ πολεμήσαντες ἀπώλοντο, αὕτη δέ ὑπέρ τόν οὐρανόν ἀναβέβηκε. Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία, πολεμουμένη νικᾷ, ὑβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται…».

Μετά τιμῆς καί εὐχῶν ἐν Κυρίῳ

γιά τήν ἐπιτυχία στό ἔργο Σας

O MHTΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ Ο ΠΑΤΡΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Ἡ ἴδια Ὀρθόδοξη Ὁμολογία, ἀπαράλλακτο τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, 17 αἰῶνες μετὰ. - Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος

Σὲ μία ἐποχὴ καὶ σὲ ἕναν κόσμο ποὺ μὲ μῖσος ἀμφισβητεῖ καὶ μυωπικὰ ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἐμεῖς ὡς Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ὁμολογοῦμε τὴν ζωντανὴ παρουσία Του στὴ ζωή μας, μάλιστα ὡς Πατρὸς γεμάτου ἀγάπη καὶ ἔτσι ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογεῖ ὁ καθένας μας καὶ ὅλοι μαζί: Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα.

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ δύναμη τοῦ «κοσμοκράτορος τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (Ἐφ. στ΄ 12) φαίνεται νὰ κυριαρχεῖ παντοῦ καὶ νὰ κατευθύνει τὰ πάντα, ἐμεῖς ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας στὸν Θεὸ πατέρα ὡς Παντοκράτορα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰσχυρότερος τοῦ κοσμοκράτορος, ἀφοῦ «μείζων ἐστὶν ὁ ἐν ἡμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ» (Α΄ Ἰω. δ΄ 4)

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἐπιστρατεύει τὴν ἐπιστήμη, προκειμένου νὰ πείσει ὅτι ὁ κόσμος εἶναι ἀποτέλεσμα τυχαιότητος ἢ αὐτόματης γένεσης καὶ ἀντικαθιστᾶ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀόριστη ἔννοια τῆς τύχης, ταυτόχρονα δὲ ὑποστηρίζει ὅτι ὑπάρχει μόνον ὅ,τι βλέπουμε καὶ ψηλαφοῦμε καὶ πείσμονα ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη μὴ ὁρατοῦ κόσμου, ἐμεῖς ὁμολογοῦμε Θεὸν δημιουργόν, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων, δηλαδὴ καὶ ὅλου τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου.

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ παλινδρομεῖ ἀνάμεσα στὴν ἀσεβῆ ἀπόδοση ἀνθρώπινων ἀδυναμιῶν καὶ παθῶν στὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν ἀμφισβήτηση τῆς ἱστορικῆς παρουσίας Του, ἐμεῖς διακηρύσσουμε τὴν προαιώνια ἐκ τοῦ Πατρὸς γέννησή Του καὶ τὴν τέλεια θεότητά Του καὶ ὁμολογοῦμε καὶ σήμερα ὅτι πιστεύουμε καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινόν, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ διερωτᾶται ποῦ εἶναι ὁ Θεός, ποὺ δυσκολεύεται νὰ τὸν διακρίνει καὶ βιάζεται νὰ τὸν ἀπορρίψει, ἐμεῖς ἀναφωνοῦμε ὅτι «μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», καὶ ὁμολογοῦμε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν τέλειον Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον, τὸν μόνον ἀναμάρτητον, τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα.

Σὲ μιὰ ἐποχὴ καὶ σὲ ἕναν κόσμο ποὺ «μισεῖ καὶ διώκει, ἀρνεῖται καὶ σταυρώνει τὸν Κύριον», ποὺ θεωρεῖ τὸν λόγο τῆς θυσίας Του «μωρίαν ἢ σκάνδαλον», ἐμεῖς τὸν ἀναγνωρίζουμε ὡς «Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν» (Α΄ Κορ. α΄ 24) καὶ Τὸν ὁμολογοῦμε ὡς ζῶντα Θεὸν σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα καὶ ταφέντα.

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ φοβεῖται τὸν θάνατο καὶ τὸν ἀρνεῖται, ἐπειδὴ ἀγνοεῖ τὴν ζωὴ καὶ τὴν πολεμᾶ υἱοθετῶντας εὐγονικὲς καὶ εὐθανασιακὲς ἀντιλήψεις καὶ πρακτικές, ποὺ στὸν λεγόμενο πολιτισμένο καὶ ἀναπτυγμένο κόσμο γιὰ κάθε παιδὶ ποὺ γεννιέται ἔχει καταστρέψει διπλάσια ἔμβρυα, ἐμεῖς διακηρύσσουμε τὴν πίστη μας στὴ συντριβὴ τοῦ θανάτου διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο ὁμολογοῦμε καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς. Τὸν ὁμολογοῦμε ὄχι θῦμα τῆς ἱστορίας, οὔτε ὡς θεατὴ τοῦ κόσμου ἢ ἁπλῶς πρότυπο πρὸς μίμησιν, ἀλλὰ ὡς νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ Θεὸν «κλώμενον καὶ ἐκχυνόμενον, προσφερόμενον καὶ διαδιδόμενον», κοινωνούμενον, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ νὰ μετέχεται καὶ νὰ κοινωνεῖται ἀπὸ τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι «γεύονται καὶ βλέπουσιν ὅτι Χριστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. λγ΄ 9).

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ συνηθίζει μόνον νὰ κρίνει καὶ ὄχι νὰ κρίνεται, ποὺ ἀρνεῖται τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ περιφρονεῖ τὶς ἐντολές Του, ἐμεῖς ζοῦμε μὲ τὴν προσδοκία τῆς δευτέρας παρουσίας Του, τὸ φρόνημα τῆς ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ ἀπολογίας μας καὶ τὴν πίστη στὴν αἰώνια βασιλεία Του. Γι’ αὐτὸ καὶ Τὸν ὁμολογοῦμε καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός• καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ πνευματικὸ πολιτισμό, ἀλλὰ ἀγνοεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀρνεῖται τὴν θεϊκὴ παράκληση καὶ χάρι, ποὺ ζεῖ ἀπαράκλητα μέσα στὴν ὑλιστικότητα καὶ στὴν ἐφημερότητα, ἐμεῖς ὡς Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ Ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν, καὶ ὁμολογῶντάς το ὡς Παράκλητον λαλοῦντα διὰ τῶν Πατέρων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ζοῦμε μὲ τὴν προσδοκία τῆς χάριτός Του.

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ αὐτοχαρακτηρίζεται ὡς μεταχριστιανική, ποὺ μετατρέπει τοὺς ναούς της σὲ ἀγορές καὶ καταστήματα, σὲ χώρους διασκέδασης καὶ γυμναστήρια, ποὺ ἀρνεῖται τὴ γνώση τῆς ἀλήθειας, ποὺ ζεῖ μέσα σὲ διχασμοὺς καὶ διαιρέσεις, ἐμεῖς ζοῦμε τὴν Ἐκκλησίαν ὡς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικήν. Ὡς Μία, μόνον αὐτὴ περικλείει μέσα της τὸν Χριστὸ καὶ «πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. ιστ΄ 13) ∙ ὡς Ἁγία ζεῖ καὶ κηρύττει αὐθεντικὰ τὴν μετάνοια, τὴν ταπείνωση καὶ τὸν ἁγιασμό, «οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον» (Ἑβρ. ιβ΄ 14)∙ ὡς Καθολικὴ, ἀγκαλιάζει ὅλον τὸν κόσμο καὶ τὴν κτίση, ἔχει ἐπαγγελία «ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς μελλούσης» (Α΄ Τιμ. δ΄ 8), κατέχει τὸ πλήρωμα τῆς ἀληθείας καὶ ἐπιθυμεῖ «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4) «μαθητεύουσα πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη΄ 19)∙ ὡς δὲ Ἀποστολικὴ τηρεῖ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ζεῖ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς ζωῆς τους καὶ διαφυλάσσει τὴν πίστη τους ἀπαράλλακτη.

Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἔχει συντρίψει τὸν ἄνθρωπο στὸ ἐπίπεδο τῆς βιολογικῆς ὀντότητος καὶ μόνον, ποὺ τὸν ἀναγνωρίζει μόνον ὡς μηχανὴ ποὺ τεχνολογεῖται ἢ πληροφορία ποὺ προγραμματίζεται ἢ κοινωνικὴ ὀντότητα μὲ συμφέροντα, δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, ποὺ μηδενίζει κάθε προοπτική του, ποὺ ἰσοπεδώνει τὴν ἀξία του∙ σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὸν Θεὸ ἀπεγνωσμένα παλεύει γιὰ τὴ ζωὴ καὶ κληρονομεῖ μονίμως τὸν θάνατο, ποὺ προσπαθώντας μὲ τὴν τεχνολογία του νὰ ἐνδυναμώσει τὴν ἀνθρώπινη φύση (human enhancement, transhumanism), τελικὰ τὴν καταργεῖ, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ πρόσωπο τῶν ἁγίων της καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἐλευθερώνει καὶ τὴν ὑπερβαίνει θεώνοντάς την καὶ καθιστῶντάς την μεθεκτικὴν τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀναγνωρίζουμε τὸν ἄνθρωπο ὡς πλασμένον «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ» (Γεν. α΄ 26), ὡς «ζῶον θεούμενον», ὡς κεκλημένον νὰ γίνει «θείας κοινωνὸς φύσεως» (Β΄ Πέτρ. α΄ 4), ὡς διὰ τοῦ βαπτίσματος «ἄνωθεν γεγεννημένον» (Ἰω. γ΄ 7) ὡς «μὴ ἔχοντα ᾧδε μένουσαν πόλιν ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦντα» (Ἑβρ. ιγ΄ 14). Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλοι μαζὶ καὶ ὁ καθένας μας χωριστὰ ὁμολογοῦμεν ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ προσδοκῶμεν ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν
www.imml.gr

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Είσαι αιρετικός διότι δεν πιστεύεις στην Παναγία (όσιος Γέρων Παΐσιος)

Ο κ. Τσολάκης Βασίλειος, Αστυνομικός από την Αριδαία, διηγείται: Κάποιος γνωστός μου είχε πάει στο εξωτερικό. Δυστυχώς εκεί έμπλεξε με Προτεστάντες με αποτέλεσμα να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να γίνει Προτεστάντης.Μια μέρα με επισκέφτηκε στο γραφείο μου και βλέποντας τη φωτογραφία του π. Παϊσίου μου είπε έντρομος: Αυτόν τον ξέρω. Πριν 10 χρόνια πήγα στο Κελλί του με άλλους δύο. Μόλις φθάσαμε, μόνο εμένα δεν μου επέτρεψε να μπω. Διότι μου είπε ότι είμαι αιρετικός, γιατί δεν πιστεύω στην Παναγία και στους Αγίους

(ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου, σελ. 611)
www.sostis.gr



Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Γιατί ο Χριστός δεν είπε o ίδιος ξεκάθαρα ότι είναι Θεός; (Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

«Ποιοί λοιπόν είναι οι λόγοι για τους οποίους και ο ίδιος και οι Απόστολοι έχουν πει πολλά ταπεινά για αυτόν;

Ο πρώτος λόγος και ο σπουδαιότερος, είναι το ότι αυτός φόρεσε ανθρώπινη σάρκα και θέλει να βεβαιώσει και τους τότε και όλους τους μεταγενεστέρους, ότι αυτό που βλέπεται δεν είναι ούτε κάποια σκιά, ούτε απλώς κάποιο σχήμα, αλλά είναι πραγματική φύση.

Διότι, εάν, μολονότι τόσα πολλά ταπεινά και ανθρώπινα έχουν πει για αυτόν και οι απόστολοι και ο ίδιος για τον εαυτό του, όμως κατόρθωσε ο διάβολος να πείσει μερικούς από τους άθλιους και ταλαίπωρους ανθρώπους να απαρνηθούν την αιτία της κατ’ οικονομίαν ενανθρωπήσεως αυτού, και να τολμήσουν να πουν, ότι δεν έλαβε σάρκα, και έτσι να βλάψουν την όλη υπόθεση της φιλανθρωπίας του Θεού, εάν δεν έλεγε τίποτα από αυτά, πόσοι δεν θα έπεφταν στο βάραθρο αυτό του διαβόλου; Δεν ακούς ακόμη και τώρα τον Μαρκίωνα που αρνείται την κατ’ οικονομίαν ενανθρώπηση του Κυρίου, καθώς και τον Μανιχαίο και τον Ουαλεντίνο και πολλούς άλλους;

Για αυτό λέει πολλά ανθρώπινα και ταπεινά, και υπολείπονται πάρα πολύ από την απόρρητη εκείνη ουσία, για να επιβεβαιώσει την αιτία της κατ’ οικονομίαν ενανθρωπήσεώς του. Καθόσον ο διάβολος κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες να ξεριζώσει από τους ανθρώπους αυτήν την πίστη, γνωρίζοντας ότι, αν ξεριζώσει από τους ανθρώπους αυτήν την πίστη στην ενανθρώπηση του Κυρίου, θα εξαφανιστεί το μεγαλύτερο μέρος όλων εκείνων που συνιστούν την πίστη μας.

Υπάρχει και άλλη μετά από αυτήν αιτία, η πνευματική αδυναμία των ακροατών, και το ότι δεν μπορούσαν να δεχτούν τις υψηλότερες αλήθειες της πίστης τότε που για πρώτη φορά τον έβλεπαν και τον άκουγαν. Και ότι αυτό δεν είναι δική μου σκέψη, θα προσπαθήσω να το παρουσιάσω και να το αποδείξω από τις Γραφές, ότι δηλαδή όταν κάποτε συνέβαινε και έλεγε κάτι το μεγάλο και υψηλό και άξιο της δόξας του. Και γιατί λέω μεγάλο και υψηλό και άξιο της δόξας τους; Εάν κάποτε έλεγε κάτι που ήταν απάνω από τις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης, θορυβούνταν και σκανδαλίζονταν, εάν πάλι κάποτε έλεγε κάτι το ταπεινό και ανθρώπινο, τότε έτρεχαν κοντά του και δέχονταν τα λόγια του. Και πού, λέει, μπορούμε να το δούμε αυτό; Κατ’ εξοχήν στο ευαγγέλιο του Ιωάννη· διότι, αφού είπε ο Ιησούς, «ο Αβραάμ ο πατέρας σας αισθάνθηκε αγαλλίαση που επρόκειτο να δει την ημέρα μου, και την είδε και χάρηκε», του απαντούν εκείνοι· «Δεν είσαι ούτε σαράντα χρονών ακόμη και είδες τον Αβραάμ;»(Ιω. 8,56,57). Βλέπεις ότι συμπεριφέρονταν απέναντί του σαν να ήταν απλός άνθρωπος;

Τί απαντά λοιπόν αυτός; «Εγώ υπάρχω» λέει, «προτού γεννηθεί ο Αβραάμ. Και πήραν πέτρες για να τις ρίξουν εναντίον του»(Ιω. 8,58). Και όταν τους απηύθυνε μακρούς λόγους για τα μυστήρια, λέγοντας, «Και ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου»(Ιω. 6,51), αυτοί έλεγαν· «Είναι σκληρός αυτός ο λόγος· ποιός μπορεί να τον ακούει; Για το λόγο αυτόν πολλοί από τους μαθητές του έφυγαν και δεν πήγαιναν πλέον μαζί του» (Ιω. 6, 60-66). Πες μου λοιπόν, τι έπρεπε να κάνει; Να μιλά συνέχεια με υψηλού περιεχομένου λόγια, ώστε να απομακρύνει το θήραμα και όλοι να αποκρούσουν τη διδασκαλία του; Αλλά αυτό δεν ήταν γνώρισμα της φιλανθρωπίας του. Καθόσον και πάλι, επειδή είπε, «Εκείνος που ακούει το λόγο μου δεν θα γευτεί θάνατο στον αιώνα»(Ιω. 8,52), έλεγαν εκείνοι· «Δεν λέγαμε πολύ σωστά ότι έχεις δαιμόνιο; Ο Αβραάμ πέθανε, και οι προφήτες πέθαναν και συ λες ότι εκείνος που ακούει το λόγο μου δεν θα γευτεί ποτέ θάνατο;» (Ιω. 8,52-53). Και τι το παράξενο εάν το πλήθος έδειχνε τέτοια συμπεριφορά απέναντί του, τη στιγμή βέβαια που οι ίδιοι οι άρχοντες είχαν την ίδια γνώμη;

Πράγματι λοιπόν ο Νικόδημος, που ήταν άρχοντας και ήρθε προς αυτόν με μεγάλη αγάπη και του είπε, «Γνωρίζουμε ότι ήρθες σαν δάσκαλος από τον Θεό»(Ιω. 3,2), δεν μπόρεσε να δεχτεί το λόγο του για το βάπτισμα, διότι ήταν πολύ πιο μεγάλος από την πνευματική του αδυναμία. Διότι, όταν ο Χριστός είπε, ότι «Αν κάποιος δεν γεννηθεί από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού», σε τόσο χαμηλές σκέψεις έπεσε, ώστε να πει «Πώς μπορεί ο άνθρωπος να γεννηθεί ενώ είναι γέρος; Μήπως μπορεί για δεύτερη φορά να μπει στην κοιλιά της μητέρας του και να γεννηθεί από τον ουρανό;».

Τι λοιπόν απαντά ο Χριστός; «Εάν σας μίλησα για τα επίγεια και δεν πιστέψατε, πώς εάν σας μιλήσω για τα επουράνια, θα πιστεψετε;» (Ιω. 3,3-4.12). Είναι σαν να απολογείται κατά κάποιο τρόπο και να λέει, για ποιό λόγο δεν τους μιλούσε συνέχεια για την ουράνια γέννηση. Πάλι κατά την ώρα εκείνη του σταυρικού θανάτου του, μετά από άπειρα θαύματα, μετά από τη μεγάλη εκείνη απόδειξη της δυνάμεώς του, όταν είπε, «Θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται επάνω στα σύννεφα» ((Ματθ. 26,64), μη υποφέροντας ο αρχιερέας τα λόγια αυτά, ξέσχισε τα ρούχα του. Πώς λοιπόν έπρεπε να ομιλεί προς αυτούς, που δεν μπορούσαν τίποτα από τα υψηλά να ανεχτούν; Το ότι λοιπόν γενικά δεν είπε για τον εαυτό του κάτι το μεγάλο και υψηλό, δεν είναι καθόλου άξιο θαυμασμού, εφόσον μιλούσε προς ανθρώπους που σύρονταν κάτω και ήταν τόσο αδύναμοι πνευματικά.

4. Θα αρκούσαν λοιπόν και τα όσα έχουν λεχθεί να δείξουν, ότι αυτή ήταν η αιτία και ο λόγος για τον οποίο τα τότε λεγόμενα λέγονταν με τρόπο ταπεινό, αλλά εγώ θα προσπαθήσω να καταστήσω αυτό φανερό και με άλλο τρόπο. Όπως ακριβώς δηλαδή είδατε αυτούς να σκανδαλίζονται, να θορυβούνται, να απομακρύνονται από κοντά του, να τον βρίζουν και να φεύγουν, εάν κάποτε ο Χριστός έλεγε κάτι το μεγάλο και υψηλό, έτσι θα προσπαθήσω να σας δείξω ότι αυτοί οι ίδιοι έτρεχαν κοντά του και δέχονταν τη διδασκαλία του, εάν κάποτε έλεγε κάτι το ταπεινό και ευτελές. Διότι αυτοί οι ίδιοι που έφυγαν από κοντά του, όταν εκείνος τους είπε πάλι «Τίποτα από μόνος μου δεν κάνω, αλλά μιλώ όπως με δίδαξε ο Πατέρας μου»(Ιω. 8,28), αμέσως έτρεξαν κοντά του. Και θέλοντας ο ευαγγελιστής να μας δείξει, ότι πίστεψαν εξαιτίας της ταπεινότητας των λόγων, επισημαίνει αυτό λέγοντας· «Αφού αυτός είπε αυτά πολλοί πίστεψαν σε αυτόν»(Ιω. 8,30)· και αλλού πολλές φορές θα μπορούσε κανείς να βρει να συμβαίνει αυτό.

Για αυτό πολλά πολλές φορές τα είπε με ανθρώπινο τρόπο, και άλλοτε πάλι όχι με ανθρώπινο τρόπο, αλλά με τρόπο θεοπρεπή και άξιο της υψηλής καταγωγής του, από το ένα μέρος δείχνοντας συγκατάβαση στην αδυναμία των ακροατών, από το άλλο φροντίζοντας για την ορθότητα των δογμάτων. Για να μη συμβεί δηλαδή, εφαρμόζοντας πάντα τη συγκατάβαση στα λεγόμενά του, να βλάψει τους μεταγενέστερους ως προς την πίστη στο αξίωμά του, ούτε για το θέμα αυτό έδειξε αδιαφορία, αλλά, αν και γνώριζε από πριν, ότι δεν θα τα ακούσουν, αλλά και θα τον χλευάσουν και θα φύγουν από κοντά του όμως τα είπε, επιδιώκοντας αυτό ακριβώς που είπα, και για να δείξει την αιτία για την οποία ανέμιξε σε αυτά και ταπεινά λόγια. Η αιτία αυτή ήταν το ότι δεν μπορούσαν ακόμη να δεχτούν το μέγεθος των λεγομένων. Εάν δεν ήταν αυτή η επιδίωξή του, τότε ήταν περιττή η διδασκαλία των υψηλών δογμάτων προς εκείνους που δεν θα τον άκουγαν, ούτε θα τον πρόσεχαν. Τώρα όμως, αν και εκείνους δεν τους ωφελούσε καθόλου, όμως δίδασκε εμάς και μας ασκούσε να έχουμε την πρέπουσα πίστη για αυτόν, και μας έπειθε, ότι, επειδή δεν μπορούσαν ακόμη εκείνοι να δεχτούν το μέγεθος των λεγομένων, μετέφερε το λόγο σε ταπεινότερα. Όταν λοιπόν δεις αυτόν να λέγει ταπεινά, πίστευε ότι η συγκατάβαση δεν οφειλόταν στην ευτέλεια της ουσίας του, αλλά στην πνευματική αδυναμία των ακροατών.

Θέλετε να σας αναφέρω και τρίτη αιτία; Διότι πολλά ταπεινά έκανε και έλεγε όχι μόνο διότι φόρεσε την ανθρώπινη σάρκα, ούτε εξαιτίας της πνευματικής αδυναμίας των ακροατών, αλλά και επειδή ήθελε να διδάξει τους ακροατές του να δείχνουν ταπεινοφροσύνη. Αυτή λοιπόν είναι η τρίτη αιτία. Διότι εκείνος που διδάσκει ταπεινοφροσύνη, διδάσκει αυτήν όχι μόνο με λόγια, αλλά και με τις πράξεις, δείχνοντας μετριοφροσύνη και με λόγια και με πράξεις. Διότι λέει «Μάθετε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά»(Ματθ. 11,29) και πάλι αλλού λέει «Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει». Εκείνος λοιπόν που διδάσκει να είμαστε ταπεινοί και σε καμιά περίπτωση να μην επιδιώκουμε τα πρωτεία, αλλά να καταδεχόμαστε παντού να είμαστε κατώτεροι, και μας οδηγούσε σε αυτό με λόγια και πράξεις, είχε πολλούς λόγους που μιλούσε με λόγια ταπεινά.

Είναι δυνατόν να αναφέρω και τέταρτη αιτία, όχι κατώτερη από εκείνες που προαναφέρθηκαν. Ποιά είναι αυτή; Για να μην φθάσουμε κάποτε να σκεφτούμε, εξαιτίας της μεγάλης και απερίγραπτης εγγύτητας των υποστάσεων του Υιού και του Πατέρα, ότι ένα είναι το πρόσωπο αυτών, τη στιγμή μάλιστα που και τώρα, αν και λίγες μόνο φορές μίλησε για κάτι παρόμοιο, ήδη μερικοί παρασύρθηκαν προς την ασέβεια αυτή. Ο Σαβέλλιος δηλαδή ο Λίβυς, επειδή άκουσε αυτόν να λέει, «Εγώ και ο Πατέρας μου είμαστε ένα»(Ιω.10,30) και «Εκείνος που είδε εμένα, είδε και τον Πατέρα»(Ιω. 14,9), άρπαξε την εγγύτητα αυτή των υποστάσεων του Υιού προς τον Πατέρα που φαίνεται από τα λόγια αυτά και διατύπωσε την ασεβή σκέψη, ότι ένα είναι το πρόσωπο και μία η υπόσταση αυτών. Και δεν είναι βέβαια μόνο αυτές οι αιτίες, αλλά και για να μην σκεφτεί κανένας ότι αυτός (ο Υιός) είναι η πρώτη και αγέννητη ουσία και τον θεωρήσει έτσι ανώτερο από τον Πατέρα. Καθόσον και ο Παύλος αυτό ακριβώς φαίνεται να φοβάται, μη τυχόν κανείς κάποτε σκεφτεί αυτό το ασεβές και πονηρό δόγμα. Αφού είπε δηλαδή «Πρέπει αυτός να βασιλεύει μέχρι που να θέσει τους εχθρούς κάτω από τα πόδια αυτού», και πρόσθεσε ότι «όλα τα υπέταξε κάτω από τα πόδια αυτού», συμπλήρωσε λέγοντας «Εκτός από εκείνον που υπέταξε σε αυτόν τα πάντα»(Α Κορ. 15,25-27)· δεν θα πρόσθετε αυτό, εάν δεν είχε το φόβο, μήπως δημιουργηθεί κάποτε αυτή η διαβολική σκέψη.

Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις καταπραΰνοντας το φθόνο των Ιουδαίων, κατεβάζει το ύψος των λεγομένων του, και πολλές φορές πάλι απαντά ανάλογα με εκείνα που σκέφτονταν οι ακροατές του, όπως όταν λέει, «Εάν εγώ δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου δεν είναι αληθινή»(Ιω.5,31). Αυτό το είπε απευθυνόμενος προς εκείνο που σκέφτονταν· διότι βέβαια δεν θέλησε να δείξει αυτό, ότι δηλαδή δεν είναι αληθινή η μαρτυρία του, αλλά, λέει, όπως εσείς νομίζετε και υποπτεύεσθε και δεν θέλετε να με παραδεχτείτε όταν μιλώ για τον εαυτό μου.

5. Μπορούμε όμως και άλλες περισσότερες αιτίες να βρούμε. Της ταπεινότητας των λόγων του βέβαια θα μπορούσαμε να πούμε πολλές αιτίες, συ όμως πες μία άλλη ακόμη αιτία των υψηλών δογμάτων του, εκτός από εκείνην που ανέφερα (Και αυτή η αιτία ήταν το ότι ήθελε να μας δείξει την υψηλή καταγωγή του)· αλλά όμως δεν θα μπορούσες να πεις άλλη.

Διότι ο μεγάλος θα μπορούσε και κάτι μικρό να πει για τον εαυτό του, χωρίς για αυτό να μπορεί να κατηγορηθεί (καθόσον αυτό λέγεται από μετριοφροσύνη), ενώ ο μικρός, εάν κάποτε πει κάτι το μεγάλο για τον εαυτό του, δεν θα αποφύγει την κατηγορία (διότι αυτό είναι δείγμα αλαζονείας). Για αυτό τον μεν ανώτερο όλοι τον επαινούμε όταν λέει ταπεινά λόγια για τον εαυτό του, ενώ τον ασήμαντο κανένας δεν θα τον επαινέσει, εάν κάποτε πει κάτι το μεγάλο για τον εαυτό του.

Επομένως εάν ο Υιός ήταν πολύ κατώτερος από τον Πατέρα, όπως εσείς ισχυρίζεστε, δεν έπρεπε να λέει αυτός τέτοια λόγια, με τα οποία έδειχνε τον εαυτό του ίσο με εκείνον που τον γέννησε (διότι αυτό ήταν αλαζονεία)· όμως το να είναι ίσος με εκείνον που τον γέννησε και να λέει ορισμένα ταπεινά και ευτελή, δεν υπάρχει καμία μομφή ούτε κατηγορία διότι αυτό είναι άξιο επαίνου και μεγάλου θαυμασμού».


(Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου Περί Ομοουσίου Λόγος Ζ, παράγραφος 3-5, εκδόσεις ΕΠΕ τόμος 35 σελ. 233-245)
www.sostis.gr

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης: «Θα κάτσεις ήσυχα σε μια γωνιά και θα μιλήσεις στον Χριστό σαν να ήταν κοντά σου και να σε άκουγε»

Ήμασταν μόνοι στη βιβλιοθήκη που υπάρχει στο αρχονταρίκι της μονής. Γέροντα, θέλω να με μάθετε να προσεύχομαι, του είπα κάποια στιγμή. Να προσεύχεσαι; με ρώτησε με απορία. Επηρεασμένος από τα ινδουιστικά, φανταζόμουν ότι θα υπάρχει κάποια ιδιαίτερη μέθοδος, κάποια τεχνική... κάτι σαν τον διαλογισμό.

Ναι γέροντα, τι πρέπει να κάνω για να προσευχηθώ; Τί να πώ; πως πρέπει να κάτσω; Κατάλαβε την μεγάλη μου άγνοια, αλλά δεν έδειξε τίποτα. Να, κοίτα να δεις... απλά. Πρέπει να είσαι απλός. Θα κάτσεις ήσυχα σε μια γωνιά και θα μιλήσεις στον Χριστό σαν να ήταν κοντά σου και να σε άκουγε. Είναι μπροστά και σε ακούει... θα τα πεις σαν να μιλούσες σε κάποιον φίλο σου. Καθώς όμως συνέχιζε να μου μιλάει, ένιωσα κάτι κακό, περίεργο, να πέφτει πάνω μου και να με αλλοιώνει ψυχικά. Τον διέκοψα. Γέροντα, τώρα που μου μιλάτε, κάτι περίεργο μου συμβαίνει, κάτι με εμποδίζει. Έχει αλλάξει το μυαλό μου. Σας βλέπω κάπως... διαφορετικά. Με κοίταξε με ανησυχία. Δεν πειράζει παιδί μου, θα τα πούμε αύριο. Πάνε τώρα να ξεκουραστείς...

Είχε βραδιάσει πια. Πήγα στο δωμάτιο μου. Ήμουν μόνος αυτήν την φορά σε ένα μικρό δωμάτιο. Έπεσα να κοιμηθώ. Δεν θα είχα κοιμηθεί πολύ, όταν ξύπνησα ανήσυχος. Κάτι με πλάκωνε στο στήθος. Κάποιος είχε μπει μέσα στο δωμάτιο μου και με πίεζε στο στήθος. Άνοιξα τα μάτια φοβισμένος. Δεν έβλεπα τίποτα, παρά μόνο τα έπιπλα. Όμως... ένιωθα την ζωντανή παρουσία που με πίεζε αφόρητα. Χριστέ μου, δεν αντέχω άλλο βγάλε τον έξω από δω, είπα μέσα μου. Αμέσως ένιωσα το δωμάτιο να αδειάζει από αυτή την βαριά παρουσία. Πήγε και στάθηκε έξω από την πόρτα του δωματίου... απειλητικά. Δεν τόλμησα να κοιμηθώ. Πέρασα πολλές ώρες ανήσυχος, με την προσοχή τεταμένη. Κάποιος ήταν έξω από την πόρτα μου συνέχεια! Όταν ξημέρωσε πια, μπόρεσα και κοιμήθηκα λίγο. Μόλις ξύπνησα, κατέβηκα στην αυλή του μοναστηριού και έπεσα πάνω στον μοναχό, που είχαμε την κουβέντα χτες βράδυ για την προσευχή. Φαινόταν πολύ κουρασμένος, ξάγρυπνος. Πώς είσαι σήμερα; είσαι καλά; με ρώτησε γεμάτος αγάπη και ενδιαφέρον. Ναι γέροντα, μου έφυγε. Δεν έχω τίποτα τώρα, Ευχαριστώ, του είπα. Ένιωσα ότι αυτός ο άνθρωπος, είχε κουραστεί για μένα, προσευχόμενος την νύχτα, γιαυτό δεν μπορούσε να με πειράξει ο νυχτερινός επισκέπτης! Μέχρι σήμερα νιώθω υποχρέωση σε αυτόν τον άνθρωπο. Την άλλη μέρα, πήγα να δω τον π. Παΐσιο. Του είπα το συμβάν. Κάτσε να σου φέρω ένα πιστόλι, μου είπε γελώντας. Μπαίνει μέσα στο κελλί του και μου φέρνει ένα μικρό κομποσχοινάκι, 33άρι, με 33 κόμπους, όσα τα χρόνια του Χριστού και με έναν σταυρό. Ξέρεις μου λέει, αυτό πετάει πνευματικές σφαίρες. Κάθε φορά που λες την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, είναι σαν να πυροβολείς το διάβολο και δεν σε πλησιάζει. Πάρτο να το έχεις για άμυνα!

Χαρούμενος γιατί είχα κάτι δικό του το πήρα. Είπαμε και άλλα. Πάντοτε έφευγα από τον γέροντα πολύ καλύτερα από όταν πήγαινα, ξεκούραστος, με τα προβλήματα λυμένα, χωρίς απορίες, αισιόδοξος, τονωμένος ακόμα και με περισσότερες όχι μόνο ψυχικές, αλλά και σωματικές δυνάμεις. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, φόβος, δυσκολία. Μόνο χαρά, σιγουριά και ευτυχία θεϊκή. Ξαναγύρισα στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα που με φιλοξενούσε. Ένα βράδυ, ξαναφάνηκε ο Επισκέπτης. Αυτή την φορά όμως είχα... το πιστόλι του π. Παΐσιου. Μέσα στον ύπνο μου ακόμα, όταν ένιωσα την παρουσία του... πυροβόλησα. ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Αμέσως τραβήχτηκε μακριά μου. Συνέχισα να λέω την ευχή. Πήρα θάρρος και άρχισα να τον κυνηγώ. Προχώρησα προς το μέρος του. Όταν όμως πλησίασα αρκετά κοντά του, ένιωσα την παγερή δύναμη του και κοντοστάθηκα. Ήταν πολύ πιο δυνατός από μένα. Όρμησε κατά πάνω μου. ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Πυροβολούσα συνεχώς τώρα, έλεγα συνέχεια την ευχή. Τράπηκε σε φυγή. Λες και τον έκαιγαν τα λόγια της ευχής. Η ευχή, το όνομα του Χριστού είχε δύναμη, όχι εγώ.Εμένα μπορούσε να με λιώσει σαν κουνούπι στο χέρι του. Ξαφνικά μεταμορφώθηκε. Έγινε αστείος. Κοντός, χοντρός, σαν νάνος, με ένα σαρίκι στο κεφάλι, άρχισε να κάνει αστεία και να με πλησιάζει σιγά-σιγά, σαν για παιχνίδι. Ξαφνιάστηκα, σχεδόν γέλασα. Όμως μόλις με πλησίασε αρκετά, ένιωθε η ψυχή μου την απειλή και την κακία και ξανάρχιζα την ευχή. Έφευγε τρέχοντας από κοντά μου. Έτσι υπήρχε η ευχή του Ιησού σαν απόσταση ασφαλείας ανάμεσα μας. Δεν μπόρεσε να μου κάνει τίποτα, όπως στο παρελθόν που με έδερνε και ήμουν σαν παράλυτος, ανίκανος να υπερασπίσω τον εαυτό μου. Εκείνο το βράδυ, με την δύναμη του Χριστού, έτρεψα σε φυγή τον δαίμονα και τον κράτησα μακριά μου. Είχα κερδίσει μια μάχη. Ο πόλεμος όμως, δεν τελείωσε. Συνεχίζεται σε κάθε μήκος και πλάτος της γης όπου υπάρχουν άνθρωποι. Η λύσσα του αόρατου εχθρού είναι μεγάλη και θέλει να τραβήξει στην κόλαση όσους περισσότερους μπορεί. Την ίδια στιγμή που έχει πείσει τον σημερινό ζαλισμένο άνθρωπο ότι δεν υπάρχει, τον έχει ρίξει με τα μούτρα στην λατρεία της ύλης και του πλούτου του οποίου είναι κλειδοκράτωρ! Τον έχει ρίξει στον αποκρυφισμό, στην μαγεία, στα μέντιουμ και την μασονία και κάθε είδους παραθρησκεία που είναι τα παιδιά του, και του σιγοψιθυρίζει το αιώνιο ψέμα που είπε και στους πρωτοπλάστους μέσα στην Εδέμ... ποιός θεός; Δεν υπάρχει θεός, δεν είναι. Εσείς είστε θεοί, ο άνθρωπος είναι θεός αρκεί να με ακούσετε, αρκεί να κάνετε ότι σας πω. Πότε με τέχνη και μαεστρία, δώρα και υποσχέσεις, πότε με φοβέρες και απειλές θέλει να παρασύρει τους πάντες στον όλεθρο. Ο Χριστός όμως, είναι παντοδύναμος. Τον έχει συντρίψει για χάρη μας πάνω στον σταυρό! Αρκεί εμείς, να μη λοξοκοιτάμε και φερόμαστε πολύ ανόητα και αχάριστα...
paraklisi.blogspot.gr

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

H διαφορά της πρόσληψης από τη μίμηση

Δ​​εν μοιάζει να υπάρχει πολίτης του ελλαδικού κράτους σήμερα που να αρνείται, ως πρωτεύουσα ανάγκη, τον εκσυγχρονισμό της χώρας μας. Kαθολικό αίτημα ο εκσυγχρονισμός, μόνο που με αυτή τη λέξη δεν καταλαβαίνουμε όλοι το ίδιο νόημα.Oλοι αντιλαμβανόμαστε από πείρα πως ό,τι είναι σύγχρονο, καινούργιο, νεότευκτο, δεν είναι οπωσδήποτε και θετικό για τον ατομικό ή τον κοινό μας βίο. Kαι ό,τι είναι συντηρημένο από το παρελθόν, δεν είναι υποχρεωτικά αρνητικό. Στις κοινωνίες που τις λογαριάζουμε «εκσυγχρονισμένες» και κατεξοχήν «προηγμένες», υπάρχουν θεσμοί, λειτουργίες, οργανωτικά σχήματα, που συνεχώς ανανεώνονται: προσλαμβάνουν και αξιοποιούν καινούργια επιτεύγματα της τεχνολογίας, καινούργια γνώση που παράγουν οι επιστήμες, η φιλοσοφία, οι Tέχνες – αλλά με κριτήριο τις ανθρώπινες ανάγκες, όχι το καινούργιο και σύγχρονο ως αυταξία.Παράλληλα συντηρούν θεσμούς, λειτουργίες, οργανωτικά σχήματα από το παρελθόν σαν πολύτιμα για τον συλλογικό και προσωπικό βίο κληροδοτήματα. Kυρίως συντηρούν κριτήρια αξιολόγησης ποιοτήτων, δοκιμασμένα από τον χρόνο.

H καταξίωση του εκσυγχρονισμού ως αυταξίας είναι σύμπτωμα που εμφανίζεται, κατά κανόνα, σε συλλογικότητες που μόλις αναδύθηκαν από τον πρωτογονισμό των χρήσεων (αγνοώντας τη συναρπαστική δυναμική των σχέσεων). ΄H σε συλλογικότητες που, εξαιτίας αρνητικών ιστορικών συγκυριών, έχουν παλινδρομήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Kαι στις δυο αυτές περιπτώσεις απουσιάζουν (δεν έχουν ακόμα διαμορφωθεί ή έχουν ανεπαίσθητα εκλείψει) κριτήρια αξιολόγησης ποιοτήτων: Δεν ενδιαφέρει η ποιοτική ικανοποίηση των αναγκών, αλλά ο εντυπωσιασμός από το καινούργιο, η ξιπασιά της απόκτησης του «μοδέρνου», το καμάρι για το εντυπωσιακό, το «πρωτόβγαλτο». H καταξίωση του εκσυγχρονισμού ως αυταξίας είναι τυπικό σύμπτωμα και αναμφισβήτητη ένδειξη επαρχιωτισμού, εμμονής στην καθυστέρηση, στην ιστορική περιθωριοποίηση.

Eμείς οι Nεοέλληνες, πώς τα καταφέραμε να παγιδευτούμε, διακόσια χρόνια τώρα, στην παιδαριώδη εκδοχή του εκσυγχρονισμού ως αυταξίας; Προσλαμβάνουμε ταχύτατα και σχεδόν με ομοθυμία ό,τι πανευρωπαϊκά (τουλάχιστον) καταξιώνεται ως καινούργιο, σύγχρονο, προοδευτικό. Kαι πολύ σύντομα το μεταμορφώνουμε σε κωμικό (αλλά βασανιστικό για μας τους ίδιους) εξάμβλωμα του πρωτοτύπου.Προσθέστε το επίθετο «ελληνικός» σε ονομασίες σπουδαίων θεσμικών επιτευγμάτων της νεωτερικότητας, και αμέσως το σημαινόμενο προκαλεί μειδίασμα ή γέλωτα ηχηρό. Π.χ.: ελληνικός κοινοβουλευτισμός, ελληνικό Iδρυμα Kοινωνικών Aσφαλίσεων, ελληνικό κτηματολόγιο, ελληνικό φορολογικό σύστημα, ελληνική πολεοδομία, ελληνικοί αγροτικοί συνεταιρισμοί, ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο, ελληνικού δημοσίου μηχανοργάνωση – και πολλά, πάμπολλα ανάλογα.Διακόσια χρόνια τώρα, κάθε κόμμα στις εξαγγελίες-υποσχέσεις του και κάθε κυβέρνηση στο πρόγραμμά της (ή σε ό,τι εμφανίζει σαν πρόγραμμα) βεβαιώνουν ως πρώτο μέλημά τους τον «εκσυγχρονισμό» κρατικών θεσμών και λειτουργιών. Kάθε κόμμα και κάθε κυβέρνηση. Kαι το αποτέλεσμα είναι αυτό που όλοι ξέρουμε: O Eλληνισμός να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο τέλμα, στο παρακμιακό αδιέξοδο. Γιατί;Για να απαντηθεί αυτό το «γιατί», απαιτείται μόχθος πολλής και σοβαρής μελέτης, απροκατάληπτης – ειλικρινές ενδιαφέρον για την αλήθεια. Kαι μια από τις συλλογικές αναπηρίες που προκαλεί η χρόνια καθήλωση στον επαρχιωτισμό και στον αποτυχημένο μεταπρατισμό, είναι ότι στη σημερινή Eλλάδα όλοι τα ξέρουμε όλα. Kαι τα ξέρουμε με αράγιστη βεβαιότητα. Tο σύμπτωμα μάλλον συνδέεται και με την επιπολαιότητα του ανεξέλεγκτου τηλεοπτικού μονοπώλιου της «αλήθειας» και της «εγκυρότητας». Kαι την ευπιστία των ημιεγγράμματων αποφοίτων της ανήκεστα χωλαίνουσας σχολικής μας παιδείας.



Θα μπορούσαμε, τουλάχιστον, να συμφωνήσουμε σε μια γενική εξόφθαλμη διαπίστωση: Oτι το σημερινό ελληνώνυμο κρατίδιο συγκροτήθηκε και άρχισε να υπάρχει με θεμέλιο μια πελώρια σύγχυση, μια χαοτική αυτοσυνειδησία, σχιζοειδή ταυτότητα. Στα «απομνημονεύματά» τους οι αγωνιστές της εθνεγερσίας θεωρούσαν αυτονόητη την καταγωγή τους από τον Περικλή και τον Θεμιστοκλή και τον Mιλτιάδη. Aλλά εξίσου αυτονόητο ότι μάχονται για «να πάρουνε την Πόλη και την Aγια-Σοφιά», να ζωντανέψει ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς». Θυσιάζονταν, όχι για να αναβιώσουν την κλασική Eλλάδα (με αερογέφυρα πάνω από τους αιώνες), αλλά για να συνεχίσουν το άμεσο, πριν από την παρένθεση της Tουρκοκρατίας και Φραγκοκρατίας, παρελθόν τους.

Hταν βιωμένο, σε αδιάπτωτη, αράγιστη συνέχεια αυτό το παρελθόν, δεν ήταν ρομαντικό «νεοκλασικιστικό» ιδεολόγημα. Eφτανε πίσω, ώς την Aρχαία Eλλάδα, μέσα από τη χιλιόχρονη «Pωμαιοσύνη», την εξελληνισμένη αυτοκρατορία της Nέας Pώμης - Kωνσταντινούπολης, που η Δύση των γερμανικών φύλων-εισβολέων είχε μετονομάσει, δόλια και χλευαστικά, «Bυζάντιο». Hταν βιωματική η συνέχεια, σαρκωμένη στην κοινότητα-ενορία, στην τραγωδική δραματουργία, ποίηση, μουσική, ζωγραφική της ορθόδοξης λατρείας – στο ήθος και στην αρχοντιά της λαϊκής φορεσιάς, των χορών, των εθίμων, της αρχιτεκτονικής, της αυτοδιοίκησης.Oμως η χαοτική σύγχυση, που παραμένει καταγωγική τροχοπέδη για τον αποτελεσματικό εκσυγχρονισμό του ελλαδικού κρατικού μορφώματος, ήταν φυσιολογική και δικαιολογημένη: Tα «φώτα» της Nεωτερικής Eσπερίας ήταν εκθαμβωτικά, οι ιδέες του «Διαφωτισμού» και της Γαλλικής και Aμερικανικής Eπανάστασης ακαταμάχητες – ο μιμητικός, μεταπρατικός χαρακτήρας του απελεύθερου ελλαδικού κρατιδίου φάνταζε «εκσυγχρονισμός», δηλαδή μονόδρομος, ενώ στην πράξη ήταν ανέφικτος. Oι Eλληνες είχαν διαφορετικούς ιστορικούς εθισμούς, ήταν αδύνατο (και είναι ακόμα) να αφομοιώσουν τον ατομοκεντρικό - χρηστικό ορθολογισμό και νομικισμό της Δύσης.

Tο ταλαίπωρο ελλαδικό κράτος είναι αδύνατο να εκσυγχρονιστεί όσο η ελλαδική κοινωνία αρνείται να αναζητήσει την ιδιαιτερότητα των δικών της αναγκών. Kάθε κοινωνία, με κάποιας διάρκειας παρελθόν, έχει ιδιαιτερότητες αναγκών (δεν είναι αυτό προνόμιο «εκλεκτών» λαών). Aν σπουδάσουμε τις δικές μας ανάγκες, είμαστε ελεύθεροι να προσλάβουμε τρόπους για την αντιμετώπισή τους από οπουδήποτε. Kριτήριο (μυαλωμένων ανθρώπων) είναι οι ανάγκες τους, όχι η καταγωγή του προσλήμματος. Oσο οι Eλληνες είχαν αυτοσυνειδησία ιδιαιτερότητας αναγκών, προσλάμβαναν λύσεις και τρόπους ακόμα και από εχθρούς ή αντιπάλους – πόσες επιρροές έχουμε αφομοιώσει από Tούρκους, Σλάβους ή Aραβες.Eίναι δείγμα υγείας και ιστορικού δυναμισμού μιας κοινωνίας να προσλαμβάνει συστήματα, μεθόδους, πρακτικές για την αντιμετώπιση των αναγκών της, και να τα κάνει δικά της, να τα αφομοιώσει στις ανάγκες της.Kαι είναι συνταγή σίγουρης ιστορικής εξαφάνισης, να μιμείται «λύσεις» μια κοινωνία, υποτασσόμενη από ξιπασιά στα προσλήμματα.Eνας ελληνοκεντρικός εκσυγχρονισμός είναι το κατεπειγόντως ζητούμενο για την ελλαδική μας συφοριασμένη πραγματικότητα.
καθημερινή

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

«Ἂν εἴχαμε ἀγάπη...»

Δὲν πάρχει πιὸ βαρὺ καὶ πιὸ πιζήμιο κακὸ γιὰ τὴν ψυχή μας π τὴν κατάκριση. Τίποτε δὲν παροργίζει τὸν Θεὸ τόσο, ὅσο τὸ νὰ καταδικάζουμε τοὺς ἄλλους.Συχνὰ βλέπουμε, ἀκοῦμε, μαθαίνουμε σφάλματα, ἀδυναμίες τοῦ πλησίον καὶ τὶς κρίνουμε, τὶς καταδικάζουμε μὲ αὐστηρότητα. Πόσο λάθος κάνουμε! Αὐτὸν ποὺ Θεὸς ἀγαπ, ἐλεεῖ, συγχωρεῖ, ἐμεῖς τὸν κατακρίνουμε καὶ πιβαρύνουμε τὴν ψυχή μας.Καταδικάζουμε ἀνελέητα χωρὶς νὰ σκεφθοῦμε πὼς εἴμαστε ἀδύναμοι ἄν­θρωποι, καὶ σήμερα ἁμαρτάνει αὐτός, ἀδελφός μας, αὔριο πιτρέπει Θε­ὸς νὰ ἁμαρτήσουμε ἐμεῖς γιὰ νὰ ταπεινωθοῦμε.  Σὲ ὧρες περισυλλογῆς, αὐτοκριτι­κῆς, μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως δια­πιστώνουμε τὸ λάθος μας, ἀναγνωρίζουμε τὴν ἁμαρτία μας καὶ ψάχνουμε πῶς νὰ τὴ διορθώσουμε. Γιατί νὰ εἴμαστε τόσο αὐστηροὶ στοὺς ἄλλους; Γιατί τόση σκληρότητα στοὺς ἀδελφούς μας; Τί μᾶς λείπει; ἀββᾶς Δωρόθεος μᾶς δίνει τὴ λύ­ση καὶ μᾶς βοηθεῖ νὰ σκεφθοῦμε δια­φορετικά, πνευματικὰ καὶ ν ποφύγουμε τὴν κατάκριση λέγοντας: «Ἂν εἴχαμε ἀγάπη καὶ συμπαθούσαμε καὶ πονούσαμε τὸν πλησίον μας, δὲν θὰ εἴχαμε τὸ νοῦ μας στὰ ἐλαττώματα τοῦ πλησίον... ἀγάπη θὰ σκέπαζε κάθε σφάλμα, πως ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ ἅγιοι, ὅταν ἔβλεπαν τὰ ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων.

 Διότι μήπως εἶναι τυφλοὶ οἱ ἅγιοι καὶ δὲν βλέπουν τὰ ἁμαρτήματα; Καὶ ποιὸς μισεῖ τόσο πολὺ τὴν ἁμαρτία ὅσο οἱ ἅγιοι; Καὶ ὅμως δὲν μισοῦν ἐκεῖνον ποὺ ἁμαρτάνει, οὔτε τὸν κατακρίνουν. Οὔτε τὸν ποστρέφονται, ἀλλὰ ποφέρουν μαζί του, τὸν συμβουλεύουν, τὸν παρηγοροῦν, τὸν γιατρεύουν σὰν ἄρρωστο μέλος τοῦ σώματός τους. Κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ τὸν σώσουν. Μὲ τὴ μακροθυμία καὶ τὴν ἀγάπη τραβοῦν (ἑλκύουν) τὸν ἀδελφὸ καὶ δὲν τὸν πωθοῦν οὔτε τὸν σιχαίνονται. πως μητέρα ποὺ ἔχει ἄσχημο παιδὶ δὲν τὸ σιχαίνεται, οὔτε τὸ ποφεύγει, ἀλλὰ μ εὐχαρίστηση τὸ στολίζει καὶ κάνει ,τι μπορεῖ γιὰ νὰ τὸ ὀμορφύνει, ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι πάν­τοτε σκεπάζουν, στολίζουν, φροντίζουν, ὥστε καὶ αὐτὸν ποὺ ἁμαρτάνει νὰ διορθώσουν τὴν κατάλληλη στιγμή, καὶ νὰ μὴν ἀφήσουν νὰ πάθει κανένας ἄλλος κακὸ ἐξαιτίας του, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι νὰ προκόψουν περισσότερο στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ» (Ἀσκητικά, Ὁμιλία ΣΤ΄, Περὶ τοῦ μὴ κρίνειν τὸν πλησίον, ΕΠΕ, Φιλοκαλία 12, 393-5). «Ἂν εἴχαμε ἀγάπη»· αὐτὴ εἶναι λύση, θεραπεία τοῦ πάθους τῆς κατακρίσεως: ἀγάπη! Νὰ φέρουμε τὸν ἄλλο κοντά μας, νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε ἀδελφό μας, νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας στὴ θέση του, νὰ τὸν συμ­παθήσουμε.  Ἀλήθεια, ἂς ἀναρωτηθοῦμε: Ἐμεῖς τί θὰ κάναμε στὴ θέση του; Πῶς θὰ μιλούσαμε ἐκείνη τὴν ὥρα; Πῶς θ ἀντιδρούσαμε στὴ συγκεκριμένη στι­γμή; Πῶς θὰ θέλαμε νὰ μᾶς φερθοῦν οἱ ἄλλοι σὲ μιὰ στιγμὴ ἀδυναμίας μας; ἀγάπη μας θὰ μᾶς κάνει νὰ μὴ βλέπουμε μόνο τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ συμβουλεύουμε μὲ κατανόηση, μὲ διάκριση τὸν ἀδελφό μας καὶ νὰ ἐλπίζουμε στὴ μετάνοιά του, ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ ἔγινε χωρὶς ἐμεῖς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε.  Ἂς ποκτήσουμε λοιπὸν εὐσπλαχνία γιὰ τὸν πλησίον. Ἔτσι θ ποφεύγουμε νὰ καταλαλοῦμε, νὰ κατακρίνουμε, νὰ ἐξουδενώνουμε τοὺς ἄλ­λους. Ἂς βοηθοῦμε ἕνας τὸν ἄλ­λο, ἀφοῦ εἴμαστε ὅλοι μέλη τοῦ ἰδίου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας.
το βρήκα: Ο Σωτήρ